Νέα

Πανεπιστήμια: από τη γνώση στο… management

Σωτήρης Μητραλέξης*

Τοποθετούμενος για τα σημαντικά και μεγάλα προβλήματα της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, νομίζω ότι πρέπει κανείς να ξεκινήσει με μια θεμελιώδους σημασίας διαπίστωση: το γεγονός ότι στην Ελλάδα υπάρχει (ακόμα…) η δυνατότητα δωρεάν προπτυχιακής και μεταπτυχιακής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης αποτελεί ένα συγκλονιστικό προσόν της χώρας. Στις ΗΠΑ τα φοιτητικά χρέη αποτελούν κεντρικό κοινωνικό πρόβλημα, στη Μεγάλη Βρετανία τα δίδακτρα αυξάνονται (και, μετά το Brexit, είναι απλησίαστα για όποιον Ευρωπαίο δεν είναι από τζάκι), σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης (αλλά όχι σε όλην!) προϋποτίθεται ένα διόλου ευκαταφρόνητο κεφάλαιο για να διεκδικήσει κανείς πανεπιστημιακή σπουδή. Όσοι απόφοιτοι ελληνικού πανεπιστημίου έχουν πρωτογενή ακαδημαϊκή κλίση και ειλικρινή πανεπιστημιακή εργατικότητα μπορούν να συνεχίσουν σπουδές και δραστηριότητα όπου στο εξωτερικό κι αν το επιθυμήσουν, συνήθως με υποτροφίες λόγω προσόντων που είχαν τη δυνατότητα να εκπτυχθούν κατά τη διάρκεια της πρώτης σπουδής εδώ, χωρίς να εξιλάσσονται παράλληλα ούτε κατ’ ελάχιστον οι αμαρτίες του ιδρύματος προέλευσης. Το γεγονός ότι στην Ελλάδα μπορεί να εισέλθει ο απόφοιτος λυκείου, με το βαθμό του, στην πανεπιστημιακή παιδεία χωρίς να προϋποτίθεται ένας οικογενειακός πλούτος ή ένα θανάσιμο χρέος σε τράπεζες (ή έστω το να είναι η οικογένεια υποτυπωδώς ευκατάστατη), και ακολούθως να δοκιμαστεί σε αυτόν το στίβο, αποτελεί έναν πολύτιμο μαργαρίτη που οφείλουμε να διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού. Ως προς αυτό, δεν έχουμε «μείνει πίσω»: είμαστε μπροστά — ή έχουμε, ελπίζω όχι προσωρινά, αποφύγει μια πραγματική καταστροφή που βίωσαν άλλοι.

Νομίζω ότι από εκεί πρέπει να ξεκινά η συζήτηση, αυτό είναι το θεμέλιο και το πλαίσιο, εντός του οποίου έχει νόημα να συζητούμε τις λοιπές κακοδαιμονίες. Και είναι ακριβώς αυτός ο λόγος που η σημερινή κυβερνητική πολιτική πραγματικά εκπλήσσει. Παλαιότερα, σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση ή «μεταρρύθμιση», υπήρχε τουλάχιστον το φύλλο συκής των καλών προθέσεων, η επιχειρηματολογία έγνοιας για την κοινωνία και την έρευνα. Θα μπορούσε κανείς ως και να υποθέσει το ότι οι «μεταρρυθμιστές υπουργοί» όντως πίστευαν πως έπρατταν κάτι καλό — άλλωστε, τόσα ήξεραν, τόσα έκαναν. Σήμερα, όμως, ο στόχος είναι ρητώς ο αποκλεισμός μεγάλου μέρους των αποφοίτων από τα δημόσια πανεπιστήμια «προς εξυγίανσή τους» και η επανακατεύθυνσή τους (α) προς το να γίνουν με το ζόρι και το στανιό «ψυκτικοί στο Περιστέρι» κατά την πρωθυπουργική ιδιόλεκτο όπου «δεν είμαστε όλοι ίσοι», εάν δεν μετέχουν της ελληνικής ευημερίας, ή, εάν μετέχουν, (β) προς εγχώρια ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ενίοτε αμφιβόλου σοβαρότητας, ή (γ) —εάν το κοινωνικό στρώμα του πρωθυπουργού γνωρίζει τους γονείς με το μικρό τους όνομα λόγω κοινών κύκλων— προς απλησίαστα για άλλους προπτυχιακά προγράμματα της αλλοδαπής, άλλωστε «ο πλούτος είναι ένδειξη αρετής». Ηγόρασαν αγρόν Κεραμέως εις ταφήν τοις ξένοις· διό εκλήθη αγρός αίματος (Μτ. 27:7-8): εν προκειμένω, για να θαφτούν στα ξένα. (Εν τω μεταξύ, «στα ξένα» μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα: κάποιος «σπούδασε στη Μεγάλη Βρετανία», φερ’ ειπείν, μπορεί να σημαίνει ότι σπούδασε στα δυο-τρία κορυφαία πανεπιστήμια της χώρας και εν πολλοίς του κόσμου, ότι σπούδασε στα 24 καλύτερα —Russell Group—, ότι σπούδασε σε καλό ή αξιοπρεπές βρετανικό πανεπιστήμιο πέραν αυτών, ή ότι σπούδασε στον πάτο της σκάλας, με οποιοδήποτε ελληνικό πτυχίο να είναι χίλιες φορές προτιμητέο. «Ξένο» δε σημαίνει εξ ορισμού και πάντοτε «καλύτερο»!).

Και απροπό «ξένα», μια σοβαρή και πραγματική μεταρρύθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, πλήρους επανασχεδιασμού της, δεν θα έπρεπε να εμφορείται από την εμφατική επωδό «να δούμε τι κάνουν στις άλλες χώρες», διότι αυτή τη στιγμή, διεθνώς και παντού, το ακαδημαϊκό σύστημα διέρχεται γιγαντιαία κρίση. Κρίση γραφειοκρατικοποίησης και εκδιοικητισμού, κατίσχυσης των ακαδημαϊκώς άσχετων μανατζαραίων έναντι όσων γνωρίζουν την έρευνα και τη διδασκαλία, μετατροπής των καθηγητών σε θηρευτές projects & grants με μαζική εξωτερική ανάθεση της διδασκαλίας τους (δηλαδή του κάποτε βασικού λόγου για τον οποίο τους ήθελε το πανεπιστήμιο!), προβληματικών, αγοραίων και ουδόλως ακαδημαϊκών κριτηρίων αξιολόγησης των τμημάτων, και ούτω καθεξής. Το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν είναι «καλύτερο», όμως η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης θα ήταν η… μπριόζα αντιγραφή ακριβώς των καταστροφικών προβλημάτων που έχουν προξενήσει μια ασύμμετρη κρίση στο διεθνές ακαδημαϊκό στερέωμα.

Αντ’ αυτού, τα δικά μας προβλήματα τυγχάνουν συχνά αρκετά απλά, γι’ αυτό και ακραία δυσεπίλυτα. Η λογοκλοπή οργιάζει, προφανώς εξοντώνοντας κάθε ενδεχόμενο ακαδημαϊκής έρευνας, αφού αριθμός λογοκλόπων καλείται να διδάξει στους φοιτητές… τη μεθοδολογία της έρευνας και την αποφυγή της λογοκλοπής. Ως προς το ζήτημα της αξιοκρατίας στην επιλογή πανεπιστημιακών (που ίσως είναι η μεγαλύτερη πληγή μας), παρατηρούμε διαχρονικά το εξής μοτίβο. Το απολύτως απαραίτητο αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων αξιοποιείται από κύκλους συμμάχων εντός τους ως πάτημα για κάθε λογής απίθανες αλλά (κάποτε) τυπικά νομότυπες αυθαιρεσίες. Ή προκύπτουν ενίοτε κυβερνητικά νομοθετήματα δήθεν για να θωρακίσουν την αξιοκρατική επιλογή, να θέσουν κάποιες προϋποθέσεις, τα οποία μετά ακυρώνονται στην πράξη μέσα στα πανεπιστήμια από τους ίδιους πολιτικούς χώρους που τα νομοθέτησαν… Έτσι, επί παραδείγματι, νομοθετείται για εκλογές πανεπιστημιακών η προϋπόθεση ετών έμμισθης μεταδιδακτορικής έρευνας και διδασκαλίας —σε μια χώρα που κατά μείζονα λόγο απλώς δεν παρέχει σοβαρές δυνατότητες έμμισθης μεταδιδακτορικής έρευνας και διδασκαλίας…—, γίνονται σωρηδόν εκλογές πανεπιστημιακών χωρίς να συντρέχει η προϋπόθεση στον εκλεκτό υποψήφιο, και ακολούθως η κατά τεκμήριο μη νόμιμη εκλογή λαμβάνει τη σφραγίδα έγκρισης των πρυτανικών αρχών και της υπουργού παιδείας στους αντίστοιχους νομικούς ελέγχους. Οπότε, αντί για φρενήρες και άτεχνο copy-paste των διεθνών worst «best practices», θα μπορούσαμε ενδεχομένως να αρχίσουμε από τα απολύτως βασικά, την αλφαβήτα.

Προφανώς, οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν επαρκούν ούτε καν ως εισαγωγικές. Σε κάθε περίπτωση, να μην ξεχνάμε το θεμέλιο και το πλαίσιο…

*Ο Σωτήρης Μητραλέξης είναι επισκέπτης καθηγητής στο IOCS Cambridge και ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester. Έχει διατελέσει επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Istanbul Sehir University και έχει εργαστεί ως ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Princeton, του Cambridge, της Ερφούρτης και στο Peterhouse, Cambridge, καθώς και ως εντεταλμένος διδάσκων στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ