Νέα

Το Κεφάλαιο Πέθανε! Συζήτηση με την McKenzie Wark | Γιάννης Σιγλίδης

Μετάφραση/Συνέντευξη: Γιάννης Σιγλίδης

Το κεφάλαιο είναι μία σχέση. Ένας οργανισμός που αλληλεπιδρά και εσωτερικεύεται στον κόσμο, που φτάνει όπως μας λέει η McKenzie Wark ακόμα και να «συνθλίβει σαν ένα ατμοκίνητο σφύρι τις ίδιες του τις υλικές προϋποθέσεις». Είναι χαρακτηριστικά του γνωρίσματα η ανάπτυξη, ο έλεγχος, η κυριαρχία και η επαναστατικοποίηση των μέσων παραγωγής. Τούτη η επαναστατικοποίηση, ιστορικά είναι ιδωμένη ως στάδια στην μορφή μιας ουσίας που μένει αναλλοίωτη. Μα, μπορεί να φτάσει ένας τέτοιος μετασχηματισμός να γεννήσει έναν νέο τρόπο παραγωγής, ποιοτικά διαφορετικό και κυρίαρχο στον προηγούμενο;

Στο «Το Κεφάλαιο Πέθανε» που μετέφρασα πρόσφατα στο πλαίσιο των εκδόσεων Τοποβόρος [Φιλολογική επιμέλεια: Μελίνα Τζαμτζή, Μιχάλης Δασκαλάκης Γιόντης | Επιμέλεια έκδοσης: Ilan Manouach | topovoros.gr ] η McKenzie Wark μας καλεί να αναλογιστούμε ότι κάτι τέτοιο ίσως και να έχει ήδη συμβεί. Υπάρχει μία νέα άρχουσα τάξη οι διανυσματιστές που βασίζονται στην κατοχή και τον έλεγχο της πληροφορίας που συσσωρεύεται, οργανώνεται και περιφράσσεται ως διάνυσμα (πατέντες, copyright, επωνυμίες, συστήματα logistics κ.ο.κ.). Η πληροφορία είναι μια συγκεκριμένη υλική ποιότητα που αναπτύχθηκε και αξιοποιήθηκε μέσα από νέες παραγωγικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια του πολέμου και του μεταπολέμου. Οι καπιταλιστές τις χρησιμοποίησαν συστημάτικα πρώτη φορά όταν χρειάστηκε να παρακάμψουν την αντίσταση της εργασίας ενόψει μηδενικής παραγωγικότητας το ‘70 στα εργοστάσια τους στον Δυτικό Κόσμο – επιτρέποντας τους να μεταφέρουν την παραγωγή (outsourcing) οπουδήποτε η εργασία ήταν φτηνή ανά την υφήλιο, πρακτικές στις οποίες συνήθως αποδίδουμε τον όρο, νεοφιλελευθερισμός.

Οι νέες αυτές παραγωγικές δυνάμεις γέννησαν και δύο ανταγωνιστικές τάξεις: διανυσματιστές (κατόχους του διανύσματος) και χάκερ (άτομα που δημιουργούν νέα πληροφορία).

Το βιβλίο της McKenzie Wark πέρα από μία εξαιρετική εισαγωγή στον Μαρξισμό, στις προβληματικές του και τις ιστορίες του, με την προσβάσιμη, παιδαγωγική και πάντα κουλ γραφή της – σε αντίθεση με άλλα είδη θεωρίας που φαίνεται να τίθεται ως αξία ο σχολαστικισμός και η βαρεμάρα – μας ξεκουνάει από το αντεπαναστατικό αφήγημα του αιώνιου καπιταλισμού, διαβλέποντας ότι ο παρών κυρίαρχος τρόπος παραγωγής δεν είναι καπιταλισμός αλλά κάτι χειρότερο. Ο κόσμος αλλάζει και η κριτική θεωρία και πράξη μπορεί να επιβιώσει μονάχα σαν ευγενής θεωρία άμα δεν δέχεται να κατέβει στην χυδαιότητα της πραγματικότητας, να την παρακολουθήσει, να φθαρεί και να κάνει λάθη. Αντί να παραθέτει νεκρές αυθεντίες πρέπει να τις μεταστρέφει, να προσαρμόζεται στην ιστορική της στιγμή (και στους αγώνες της).

Η πλανητικότητα της πληροφορίας και η εκτατική εμβέλεια του διανύσματος, μας προκαλεί με την σειρά μας να σκεφτούμε πλανητικά. Η Google συντελεί έναν γεωπολιτικό παράγοντα, συχνά πολύ ισχυρότερο από τα ίδια τα κράτη, ενώ η amazon είναι ένα παγκόσμιο συνώνυμο της ασυμμετρίας στην κατανομή ικανοποίησης-αξιοποίησης επιθυμιών/αναγκών ανά τον κόσμο. Παράλληλα, όμως με τα θαρρείς 3D-CAD σχέδια ενός μελλοντικού εξελιγμένου πολιτισμού, βρίσκεται η υλική πραγματικότητα μιας παγκόσμιας καταστροφής: της κλιματικής κρίσης του ανθρωπόκαινου/κεφαλαιόκαινου. Το παρόν μας καταστρέφεται από το μέλλον μας σαν φωτιά που σβήνει από τον καπνό.

Αν ο καπιταλισμός είναι η προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας, η McKenzie Wark μας θυμίζει ότι η ιστορία της πρέπει να αφορά κάτι που προφυλάσει και προλαμβάνει τους φυσικούς όρους ύπαρξης της. Μπροστά σε αυτό υπάρχουν εμπόδια: η αδράνεια του κόσμου, αλλά και εναλλακτικές διαφορετικών τρόπων ζωής και πρακτικών, άλλων ειδών και πολιτισμών, που θα μπορούσαμε να παρεκτείνουμε σε πιθανά μέλλοντα.

Ακολουθεί συζήτηση με την συγγραφέα

Εισαγωγή

Στην εισαγωγή του βιβλίου σας, αναφέρετε γλαφυρά ότι αντιμετωπίζετε ποικίλες αντιστάσεις όποτε θέτετε δημόσια το ερώτημα του αν αυτό που βιώνουμε είναι «καπιταλισμός ή κάτι χειρότερο;» τόσο σε πολιτικούς όσο και σε ακαδημαϊκούς κύκλους. Πιστεύεται ότι η αντίσταση αυτή θα μειώνεται, όσο ο διανυσματικός τρόπος παραγωγής γίνεται όλο και πιο κυρίαρχος; Ή ότι είναι η ιδεολογία που όπως αναφέρεται υποστηρίζει ότι «ο καπιταλισμός είναι αιώνιος» αυτή που επισκιάζει κάθε προσπάθεια νέας ερμηνείας της υπάρχουσας κατάστασης; Νομίζω ότι η αριστερά φαίνεται να έχει αρχίσει να δέχεται κάποιες από τις ιδέες σας και η ιδέα μιας μεγάλης αλλαγής στον τρόπο παραγωγής γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρη. Πιστεύεται ότι έχουν βελτιωθεί τα πράγματα τα τελευταία χρόνια;

MW: Το «Το Κεφάλαιο Πέθανε» ξανα-δουλεύει και αναθεωρεί μία ανάλυση που είχα κάνει στο παλαιότερο μου βιβλίο «Ένα Μανιφέστο των Χάκερ», το οποίο εκδόθηκε το 2004 (και που είναι επίσης μεταφρασμένο στα ελληνικά).[1] Νομίζω ότι υπό μία έννοια τα άτομα είναι πλέον πιο προετοιμασμένα να λάβουν μέρος στο νοητικό πείραμα ότι η κυρίαρχη άρχουσα τάξη δεν είναι πλέον καπιταλιστική. Ναι, φυσικά υπάρχει ακόμα η καπιταλιστική τάξη όπως και η εκμεταλλευόμενη εργατική τάξη. Αλλά τώρα υπάρχει και μια νέα κυρίαρχη τάξη πέρα και πάνω από το κεφάλαιο, που η εξουσία της πηγάζει από ασυμμετρίες πληροφορίας – η τάξη των διανυσματιστών. Π.χ. έγινε σαφές την διάρκεια της πανδημίας ότι η φαρμακευτική πτέρυγα της τάξης των διανυσματιστών επρόκειτο να γινόταν πολύ πλούσια μέσα από την ιδιοκτησία των πατεντών, σε βάρος της γρήγορης παραγωγής εκείνου του μέγιστου αριθμού εμβολίων ο οποίος θα ήταν απαραίτητος για τον εμβολιασμό του πληθυσμού, ολόκληρου του πλανήτη.

Αλλά ναι, υπάρχουν ακόμα άτομα στην αριστερά που φαίνεται να αποδέχονται μία ιδέα που είναι κεντρική στην δεξιά, ότι ζούμε σε έναν αιώνιο, ανιστορικό καπιταλισμό. Στην αριστερά, το μυστήριο του αιώνιου καπιταλισμού καλείται να γίνει κατανοητό μέσα από την αρχαιολογική πρακτική της ανάλυσης των ιερών κειμένων του Μαρξ, που παράγει ερμηνείες τους που πρόκειται να εφαρμοστούν στην πράξη, αλλά που δεν ανανεώνονται με τη σειρά τους από την πράξη, με το να την αντιμετωπίζουν σαν μία πηγή κατανόησης.

Ίσως, στις μέρες μας υπάρχουν κάποια άτομα πρόθυμα να αναθεωρήσουν αυτές τις ιδέες όταν συναντούν, καθημερινά και στην πράξη, την δύναμη του πληροφοριακού ελέγχου που κάνει χαρακτηριστικό αυτή την ιστορική περίοδο. Ακόμα και τα πιο οπισθοδρομικά ρεύματα ίσως και να αρχίζουν να προλαβαίνουν. Οι εγελιανές κουκουβάγιες του Μαρξισμού πετούν το σούρουπο.

Ολοκληρώνεται το κύριο μέρος του βιβλίου σας συζητώντας την απουσία «χυδαιότητας» [vulgarity] στον σύγχρονο μαρξισμό. Η λέξη vulgarity είναι ιδιαίτερα δύσκολο να μεταφραστεί στα σύγχρονα ελληνικά, με τρόπο που να αποτυπώνει την φιλολογική υφή της συγγενούς αγγλικής λέξης. Στην μετάφραση της επέλεξα να μην διακόψω την παραπομπή της στον όρο «χυδαία πολιτική οικονομία», που όμως με την σειρά του αντιστοιχεί σε μία γλώσσα κοντά 100 χρόνων.[2] Έτσι θα ήθελα να σας ζητήσω, να μας περιγράψετε αυτή την έννοια για άτομα που δεν είναι εξοικειωμένα με τον αγγλικό όρο.

MΓ: Το να αποκαλείς τους άλλους μαρξιστές χυδαίους, αποτελούσε μία δημοφιλή προσβολή σε ένα ολόκληρο αιώνα μαρξιστικών αντιπαραθέσεων. Ο Καρλ Κορς και ο Γκέοργκ Λούκατς την χρησιμοποίησαν για να επιτεθούν στον μαρξισμό των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών που πίστευαν ότι ανήγαγε τα πάντα στην οικονομία, ότι ήταν μηχανιστικός, ότι αντιμετώπιζε ντετερμινιστικά την ιστορία και ότι υποστήριζε την σταδιακή αλλαγή της κοινωνίας (ή κοινώς τις «μικρές νίκες»). Έκτοτε ο όρος έχει πάρει διαφορετική χροιά σε διαφορετικές περιόδους του περασμένου αιώνα, όπως και δείχνω μέσα στο βιβλίο.

Σκέφτηκα ότι μάλλον ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε τι είναι τελικά εκείνος ο Μαρξισμός που αντιπαραβάλλεται στον χυδαίο μαρξισμό, σε αντίθεση με αυτό που νομίζει ότι είναι. Ίσως, να μην χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ριζοσπαστικότητα ή από θεωρητική καθαρότητα. Ίσως να είναι απλά «ευγενής» μαρξισμός, που είτε εισάγει είτε επιβάλλει αξίες στον μαρξισμό οι οποίες δεν είναι διόλου εκείνες που είναι οργανικές για την εργατική τάξη.

Η λέξη vulgar είναι μια λέξη λατινογενής, που σημαίνει κοινός, συνηθισμένος, βασικός, ακατέργαστος, ακόμα και χοντροκομμένος με τη σεξουαλική έννοια.[3] Γιατί όμως, να μην θέλουν οι μαρξιστές να είναι κάτι από αυτά, αν στην πραγματικότητα αυτός είναι ο τρόπος που οι εκμεταλλευόμενες και καταπιεσμένες τάξεις αντιλαμβάνονται τον κόσμο;[1]  Πόσο μάλλον για έναν μαρξισμό που είναι ανοιχτός στις εμπειρίες και τις ιστορίες των κινημάτων χειραφέτησης, με κύριο παράδειγμα τα κινήματα γύρω από την σεξουαλικότητα και το φύλο, που τα απασχολούν χυδαία, βασικά και πολύ υλιστικά ζητήματα αναφορικά με το σεξ, το σώμα κ.ο.κ.

Ίσως ακόμα, να είναι εξίσου καιρός για ένα μαρξισμό που ενδιαφέρεται πραγματικά για τις λεπτομέρειες των παραγωγικών δυνάμεων, για το πώς λειτουργεί η τεχνολογία της πληροφορίας, στην τεχνικοοικονομική «βάση» του κοινωνικού σχηματισμού. Αντί να χρησιμοποιούμε απλώς αφηρημένες οικονομικές έννοιες, ίσως να πρέπει να μάθουμε πώς λειτουργεί πραγματικά η τεχνολογία. Υπό αυτή την έννοια, νομίζω ότι ένας χυδαίος μαρξισμός, αντί να είναι κάτι το «κακό», ίσως να είναι τώρα αυτό που οφείλουμε να επιχειρήσουμε.

Πληροφορία

Ορίζετε αυτές οι νέες παραγωγικές δυνάμεις και αυτόν τον νέο τρόπος παραγωγής, σαν κάτι που βασίζεται στην δημιουργία/συσσώρευση/αξιοποίηση νέας πληροφορίας. Επιτρέψτε μου να σας θέσω ένα σύνολο ερωτήσεων που ήταν συχνές αντιδράσεις και απορίες (ακόμα και ενστικτώδεις) εμού και κοντινών μου ατόμων γύρω από αυτή την σημαντική έννοια.[4]

Αρχικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δημιουργία διαφοράς ήταν πάντα μέρος του να έχεις μια επιχείρηση. Είναι ο καλύτερος τρόπος να ξεφύγεις από την πτώση του ποσοστού κέρδους. Κάτι νέο σπανίζει και είναι δύσκολο να αναπαραχθεί. Απαιτεί εξοπλισμό και τεχνογνωσία. Αν η γνώση μπορεί να ενσωματωθεί στον εξοπλισμό, τότε είναι αναπαραγώγιμη, αυξάνοντας όριακά την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, κάτι που μπορεί να αποφευχθεί με επιπλέον καινοτομία. Πέρα από το να υπονοείται ότι εν μέρει ακόμα και η δημιουργία νέων εμπορευμάτων έχει ανατεθεί στα εργαζόμενα άτομα, με ποιο τρόπο είναι η ίδια η καινοτομία κάτι νέο; Ακόμα και εμπορεύματα τα οποία θεωρούμε παραδοσιακά ως ισοδύναμα μπορεί να είναι εξίσου διακριτά: είναι μια πατάτα από το Περού ίδια με μία πατάτα από τη Γαλλία; Ή είναι ένα αυτοκίνητο που κατασκευάζει η Renault το ίδιο αυτοκίνητο με ένα αυτοκίνητο που κατασκευάζει η Toyota; Δεν άλλωστε μονοπώλια, οι πιο επιτυχημένες επιχειρήσεις;[5]

MW: όπως γράφει και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο: η καπιταλιστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει δίχως να επαναστατικοποιεί συνεχώς τα μέσα παραγωγής. Το μόνο που κάνω εγώ, είναι ότι φτάνω αυτή την ιδέα μέχρι την λογική της κατακλείδα: τι θα συνέβαινε αν η επαναστατικοποίηση των μέσων παραγωγής δεν οδηγούσε στο ξεπέρασμα μονάχα των παλιών μέσων παραγωγής, αλλά και της ίδιας της καπιταλιστικής τάξης; Είναι αυτό που ο Παζολίνι αντιλαμβανόταν ως μία εσωτερική επανάσταση. Η εξωτερική επανάσταση, στην οποία η εργασία θα αρνιόταν και θα ανέτρεπε το κεφάλαιο, δεν συνέβη. Κάτι τέτοιο του ήταν ήδη γνωστό από την δεκαετία του ‘60. Αυτό που συνέβη ήταν μία εσωτερική επανάσταση, όπου μία νέα άρχουσα τάξη αντικατέστησε και εκτόπισε την προηγούμενη.

Πράγμα που είναι λίγο πολύ και ότι συνέβει όταν οι ίδιοι οι καπιταλιστές ως τάξη αντικατέστησαν και εκτόπισαν την τάξη των γαιοκτημόνων. Η αγροτιά ως εκμεταλλευόμενη τάξη δεν κατάφερε ποτέ να ανατρέψει τους γαιοκτήμονες, αν εξαιρέσουμε κάποιες σύντομες περιόδους εξέγερσης. Ούτε κατάφεραν τα σκλαβωμένα άτομα να ανατρέψουν τους δουλοκτήτες τους στην Αμερική, αν εξαιρέσουμε τις κοινωνίες των Μαρόνων που ανεξαρτητοποιήθηκαν από τον έλεγχο των αφεντικών τους, αλλά και την επανάσταση της Αϊτής. Η σύγχρονη ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα όπου μια άρχουσα τάξη διαδέχεται μια άλλη, αντί να ανατρέπεται από τα κάτω.

Και έτσι, ο καπιταλισμός δεν ανατράπηκε από μια επανάσταση στο εξωτερικό του, από την ίδια την εργατική τάξη, αλλά σε αυτόν κυριάρχησε μία νέα άρχουσα τάξη. Η εξέλιξη στις τεχνολογίες πληροφορίας έκανε εφικτό τον έλεγχο ολόκληρης της αλυσίδας της αξίας, δίχως να είναι απαραίτητη η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Στην πραγματικότητα, δεν είναι οι φαρμακευτικές εταιρείες που φτιάχνουν τα εμβόλια, όπως δεν η Apple που φτιάχνει τα iPhones. Η Nike δεν φτιάχνει παπούτσια.[2] 

Την ίδια στιγμή, τόσο η γαιοκτημοσύνη όσο και η παραγωγή είναι βιομηχανίες που σχεδόν όλοι παράγουν το ίδιο πράγμα με τον ίδιο τρόπο και όπου όλα είναι πλήρως ανταλλάξιμα και όπου δύσκολα μπορεί βρεθεί κάποιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, πέρα από φτηνότερη εργασία προς εκμετάλλευση. Όμως, η τάξη που κυριαρχεί τόσο στην εκμεταλλευόμενη αγρότια ή στην εκμεταλλευόμενη εργασία, όσο και στην τάξη των γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών, είναι η διανυσματική τάξη που έχει στην κατοχή και τον έλεγχο της, τις πατέντες, τα trademark, τα πνευματικά δικαιώματα και τα συστήματα logistics.

Η διανυσματική τάξη είναι μόναχα έμμεσα εξαρτώμενη από την εκμετάλλευση αγροτών και εργατών. Εξαρτάται άμεσα από την εκμετάλλευση μιας άλλης τάξης. Την τάξη αυτή την ονόμασα «τάξη των χάκερ». Η τάξη αυτή δεν παράγει τυποποιημένα πρωτογενή ή δευτερογενή προϊόντα, είτε πρόκειται για αυτοκίνητα είτε για καλαμπόκι. Αντίθετα είναι μία κυριαρχούμενη τάξη η οποία παράγει νέα πληροφορία. Η τάξη των χάκερ, ή η «ψηφιακή εργασία» αν προτιμάτε αυτό τον όρο, είναι διαφορετική από τις παραδοσιακές εργατικές τάξεις της «αναλογικής εργασίας».

Ναι αλλά, πως αυτή η εργασία παραγωγής νέας πληροφοριών διαφέρει από αυτό που μας είναι γνώριμο ως «άυλη εργασία»;

Για παράδειγμα στο κεφάλαιο 5, η λυδία λίθος για να χαρακτηρίσουμε μία επιχείρηση ως διανυσματική είναι το κατα πόσο παράγει «πράγματα». Όμως, από την ταπεινή μου εμπειρία, τα περισσότερα άτομα που καταπιάνονται με τον Μαρξισμό είναι αρκετά συνηθισμένα στην ιδέα ότι τόσο οι υλικές ή όσο οι άυλες εργασίες και επιχειρήσεις, εμπίπτουν όλες στο ίδιο πλαίσιο ανάλυσης.

MW: Το μόνο πράγμα που είναι άυλο είναι ο Θεός. Η άυλη εργασία είναι μία παράλογη, άκριτη και ιδεολογική έννοια. Είναι σαν να παίρνεις κατά λέξη αυτά που λένε οι υποστηρικτές αυτής της νέας άρχουσας τάξης. Σαν το cloud να είναι ένα σεντούκι όπου και καταχωνιάζεται με ασφάλεια η πληροφορία σου, και όχι μία πελώρια και σχετικά νέα παγκόσμια υποδομή, που μπορεί να χρειάζεται σχεδόν όση ενέργεια χρειάζεται μία μεσαίου μεγέθους χώρα, για να λειτουργεί.[3] 

Η πληροφορία είναι ένα παράξενο πράγμα. Είναι το παράγωγο μιας σειράς από εξελίξεις στην επιστήμη και την τεχνολογία πληροφορίας, που ξεκινούν ήδη από το 1940. Η πληροφορία δεν είναι άυλη, παρόλο που μπορεί έτσι να παρουσιάζεται στον παρωχημένο υλισμό της εποχής του Μαρξ, τον οποίο αναπαρήγαγε και ο ίδιος.

Η πληροφορία είναι εξολοκλήρου ένα στοιχείο του υλικού κόσμου, όμως τώρα έχουμε στην διάθεση μας τεχνικές που μπορούν να κάνουν την σχέση μεταξύ της πληροφορίας ως μία μορφή υλικότητας και των υλικοτήτων στις οποίες στηρίζεται ως υπόστρωμα – αυθαίρετη. Πλέον μπορείς πολύ φτηνά και εύκολα να μεταφέρεις πληροφορία από ένα υλικό υπόστρωμα σε ένα άλλο δίχως απώλειες, ή τουλάχιστον απώλειες που δεν μπορούν να καταγραφούν και να διορθωθούν.

Φυσικά, οι «περισσότεροι μαρξιστές» την θεωρούν άλλη μία από τα ίδια, μιας και δεν αφιερώνουν αρκετό χρόνο στην μελέτη των παραγωγικών δυνάμεων, και του ίδιου του δυναμισμού τους που τις έχει αλλάξει ιστορικά. Δεν θέλουν να είναι όσο χυδαίοι χρειάζεται ώστε να μπορούν να μελετήσουν πραγματικά τις παραγωγικές δυνάμεις. Για κάτι τέτοιο θα ήταν απαραίτητη προϋπόθεση να δεχτούν, πως η ίδια η θεωρία που έχουν συνθέσει μέσα από την ανάγνωση βιβλίων δεν μπορεί να υποθέτει ότι δύναται να εκφέρει λόγο για τα πάντα, και πως καλούμαστε να διδαχτούμε από ανεπτυγμένες μορφές πρακτικής στο πλαίσιο της ίδιας της επιστήμης της πληροφορίας.

Οι παραγωγικές δυνάμεις που είναι πλέον κυρίαρχες στην παγκόσμια οικονομία επιτρέπουν την αυτοματοποίηση των συστημάτων ελέγχου μέσω της πληροφορίας. Υπερδομές σαν τον νόμο έχουν εξελιχθεί σε ολόκληρες νέες κατηγορίες ιδιοκτησίας του πράγματος αυτού που δεν βρίσκεται προσκολλημένο σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο υλικό υπόστρωμα, και που είναι παράλληλα υλικό, παρόλο που μπορεί να αντιγράφεται εύκολα και φθηνά. Η πατέντα, το trademark και τα πνευματικά δικαιώματα είναι παλαιότερες νομικές μορφές που έχουν απότομα εξελιχθεί από τον ύστερο εικοστό αιώνα και μετά, σε νέες κατηγορίες υλικότητας με την μορφή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Συνεπώς, αυτό που βλέπουμε στα υψηλά επίπεδα που λαμβάνονται οι αποφάσεις της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας είναι ότι οι παραγωγικές δυνάμεις είναι διαφορετικές, ότι οι τάξεις που τις παραγούν και στις οποίες ανήκουν είναι διαφορετικές, και ότι οι μορφές ιδιοκτησίας που τις κατοχυρώνουν είναι διαφορετικές.

Μία πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση θα ήταν: γιατί θέλουμε συστηματικά να μην προσέχουμε όλα αυτά και να παριστάνουμε ότι ακόμα ζούμε στον δέκατο ένατο αιώνα; Γιατί τα άτομα που φέρονται να συμπορεύονται με τον Μαρξισμό αγαπούν την ομοιότητα και την ανιστορική σκέψη; Αυτά τα άτομα, που θέλουν να ζουν στο παρελθόν και που αρέσκονται να ανακυκλώνουν αιωνίως τις ίδιες παλιές ιδέες, είναι που πρέπει να αμφισβητήσουμε. Το δεύτερο όνομα του Μαρξισμού είναι ιστορικός υλισμός. Αλλά ο ίδιος ο υλισμός είναι ιστορικός. Αυτό που μπορεί να είναι ύλη στον κόσμο δεν ορίζεται από μία αναλλοίωτη ουσία, όπως συμβαίνει στον, κυρίως χάριν στοχάζεσθαι, φιλοσοφικό υλισμό.

Μία άλλη, μάλλον κοινή, απορία θα ήταν: «σε τι διαφέρει η πληροφορία από τα γνώριμα μας δεδομένα;» και γιατί δεν είναι τα τελευταία, το κύριο συστατικό αυτού του νέου τρόπου παραγωγής;

MW: Είναι πράγματι χρήσιμο να σκεφτόμαστε τόσο τα δεδομένα όσο και την ίδια την πληροφορία. Τα δεδομένα μπορούμε να τα φανταστούμε ως εν δυνάμει πληροφορία, κάτι που συχνά παρουσιάζεται και αντιμετωπίζεται ως ακατέργαστη ύλη. H Wendy Chun και άλλα άτομα των σπουδών μίντια, επιμένουν ότι τα δεδομένα δεν είναι ποτέ ένα εμπειρικό δεδομένο, αλλά ότι διαμορφώνονται εξαρχής από την πληροφορία, από τα τεχνικά μέσα αλλά και από τις ιδεολογικές αφετηρίες των ατόμων που θέλουν να τα χρησιμοποιήσουν έχοντας ως στόχο ένα δεδομένο αποτέλεσμα. Χαρακτηριστικά, η Jackie Wang δείχνει στο έργο της ότι κατά ενδιαφέρον τρόπο, η αστυνόμευση που υποτίθεται ότι βασίζεται σε «δεδομένα», βασίζεται στην πραγματικότητα σε μία συλλογή δεδομένων που έχει εξαρχής σχεδιαστεί με ρατσιστικές προκαταλήψεις σχετικά με το τι θεωρείται «εγκληματικό». Μπορούμε να αναλογιστούμε, επιπλέον, κάτι τέτοιο, συγκρίνοντας τον τρόπο που τα αποικιοκρατικά καθεστώτα αντιμετώπιζαν τα ορυκτά ή την ξυλεία ως ακατέργαστη ύλη, αντί να τα αντιλαμβάνονται σαν κάτι που ανήκε στο πεδίο της εμπρόθετης δράσης των αυτόχθονων πληθυσμών. Έτσι χρησιμοποιώ την πληροφορία προκειμένου να επισημάνω με άμεσο τρόπο την μη-ουδετεροτητα και την μη-πρωταρχικότητα των δεδομένων.

Αυτό που μου φαίνεται ότι είναι διαφορετικό σήμερα σε σχέση με την πληροφορία είναι (όπως αναλύεται και στο βιβλίο σας) η αντιγραψιμότητα της και έτσι η τάση προς αφθονία με την οποία συνδέεται. Αλλά γιατί δεν είναι και η ίδια η πληροφορία άλλο ένα «πράγμα»;

MW: Η πληροφορία είναι όσο υλική όσο οτιδήποτε άλλο, αλλά υλική με ένα διακριτό τρόπο. Μία διαφορά που παράγεται στα πλαίσια τόσο της ίδιας της ιστορίας της εφαρμοσμένης επιστήμης όσο και της εφαρμογής της σε στρατιωτικές και οικονομικές συγκρούσεις και ανταγωνισμούς. Η πληροφορία ως τεχνικό μέσο, ήταν η βάση στην οποία στηρίχθηκε μία νέα μετάλλαξη του τρόπου παραγωγής.

Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μια φορά και ένα καιρό, ήταν η γη αυτό που π.χ. οι Φυσιοκράτες, θεωρούσαν ως την πηγή κάθε πραγματικού πλούτου. Η γη ήταν ένα είδος ιδιοκτησίας, το οποίο ανήκε στην τάξη των γαιοκτημόνων και την οποία δούλευαν οι αγρότες οι οποίοι, από το τέλος της φεουδαρχίας και μετά, στερούνταν δικαιώματα ιδιοκτησίας. Για την ανάπτυξη του, το σύστημα των εργοστασίων, δημιούργησε εργαζομένους προλετάριους διώχνοντας τους από την γη «τους» μέσω περιφράξεων – πράγμα που αφορούσε ένα ολόκληρο νέο τρόπο παραγωγής, εκείνο που αποκαλούμε καπιταλισμό. Η εμπορευματική παραγωγή προϋπήρχε, αλλά μεγάλωσε και γενικεύτηκε πραγματικά, ως κυρίαρχος τρόπος παραγωγής, εν μέρει επειδή η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της παρείχε τα μέσα για να μπορεί να γενικευθεί. Αυτός ο πιο αφηρημένος τρόπος εμπορευματικής παραγωγής, εξοπλισμένος με τις παραγωγικές δυνάμεις του σιδήρου, του χάλυβα και του ατμού, επήλθε και κυριάρχησε της αγροτικής παραγωγής. Πλέον το κέρδος και όχι το ενοίκιο ήταν ο τρόπος απόσπασης υπεραξίας. Η ανερχόμενη καπιταλιστική τάξη είτε εκτόπισε είτε συγχωνεύθηκε με την κυριαρχούμενη πλέον άρχουσα τάξη, των γαιοκτημόνων. Όλος αυτός ο μετασχηματισμός έχει αποτυπωθεί και στην ίδια την θεωρία μέσα από την μετάβαση από τους Φυσιοκράτες στον Σμιθ, αλλά και πιο συγκεκριμένα στον ίδιο τον Ρικάρντο.

Όπως ακριβώς οι καπιταλιστές διαδέχθηκαν τους γαιοκτήμονες, έτσι και η τάξη των διανυσματιστών διαδέχεται το κεφάλαιο ως κυρίαρχη άρχουσα τάξη, χάριν περαιτέρω εξελίξεων στις παραγωγικές δυνάμεις, που ξεφεύγουν από τις παλιές σχέσεις παραγωγής, μετασχηματίζοντας την μορφή της ιδιοκτησίας. [4] Το υποπροϊόν αποσπάται τώρα, όχι με την μορφή του ενοικίου ή του κέρδους, αλλά μέσα από ασυμμετρίες πληροφορίας.

Παρόλα αυτά, υπάρχει και σε αυτή την περίπτωση το πρόβλημα, του πως θα διατηρηθεί η σπάνη.[6] Η διαδοχική εφαρμογή τεχνολογιών στη γη, την βιομηχανία και την παραγωγή πληροφορίας, προσέφερε μία δυνατότητα χειραφέτησης από την ανάγκη και μία δυνατή διέξοδο στο πρόβλημα της σπάνης. Μια δυνατότητα την οποία πάλεψαν να κάνουν πραγματικότητα, το ένα μετά το άλλο, τα πιο ριζοσπαστικά κινήματα, είτε ήταν αγροτικά, εργατικά ή χάκερ. Η ιστορία διαδοχής τρόπων παραγωγής μπορεί να ειδωθεί ως η ιστορία της επιβολής, είτε μέσω βίας είτε μέσω πειθούς, όλο και πιο αφηρημένων μορφών κατασκευασμένης σπάνης, με σκοπό να κατοχυρωθεί το σε ποιους θα περάσει ο έλεγχος του πλεονάσματος κατά την μετάβαση από την γεωργία, στην βιομηχανία και τώρα στην συλλογική παραγωγή πληροφορίας.

Α! Και κάτι τελευταίο, που δεν μπορώ να μην το ρωτήσω, χαχα. Ο τρόπος που χρησιμοποιείται τον όρο πληροφορία στο έργο σας μου θύμισε σε πολλά σημεία (αλλά όχι σε όλα) τον τρόπο που οι Καταστασιακοί χρησιμοποιούσαν τον δικό τους όρο «θέαμα». Π.χ. στο κεφάλαιο 4 γράφετε:

     Η Cardi B ραπάρει «εγώ είμαι αφεντικό – εσύ εργάτης, μαλάκω». Τώρα, είναι η

    διανυσματική και όχι η καπιταλιστική τάξη, αυτή που αναπαριστά το τι σημαίνει να είσαι    

    αφεντικό. Είναι η συσσώρευση ασύμμετρων σχέσεων πληροφορίας. Αφορά στο να έχεις

    τη δύναμη να τραβάς, να κατευθύνεις και να μονοπωλείς την προσοχή.

Έτσι, ξαναρίχνοντας μία ματια στην Κοινωνία του Θεάματος του Γκυ Ντεμπόρ αφότου μετέφρασα το βιβλίο σας, βρήκα αρκετά χωρία και ιδέες που μου το θύμισαν. Από μία αυτομόρφωση αυτού του βιβλίου, θυμάμαι την φοβερή ιδέα ότι η εικόνα το κινούμενου κεφαλαίου επηρεάζει τον τρόπο που κινείται το κεφάλαιο, πριν από το ίδιο.[7] Έτσι το θέαμα του Ντεμπόρ έρχεται για να επιβληθεί στο κεφάλαιο. Δεν είμαι σίγουρος αν παρόλα αυτά ο Ντεμπόρ κατάφερε να ξεπεράσει την ιδέα του αιώνιου κεφαλαίου, αλλά αν θυμάμαι σωστά, πότε δεν όρισε το ίδιο το Θέαμα σαν το συστατικό στοιχείο ενός νέου τρόπου παραγωγής, όπως κάνετε με την πληροφορία.

Θα λέγατε ότι η προσέγγιση σας είναι μετα-καταστασιακή ή έστω μία μεταστροφή [detournement] της καταστασιακής προσέγγισης; Τι είναι αυτό που σας διαφοροποιεί έντονα από τους καταστασιακούς;

MW: Είναι μία μεταστροφή, μεταξύ άλλων και των Καταστασιακών. Οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε το παρελθόν, ακόμα και όταν πρόκειται για αυτό της κριτικής θεωρίας και πρακτικής, σαν μέρος των κοινών, σαν να ανήκει σε όλα εμάς, όχι σαν πνευματική ιδιοκτησία μερικών δημοφιλών ονομάτων. Πρέπει να οικειοποιηθούμε και να επεξεργαστούμε τον θεωρητικό πλούτο που μας ανήκει από κοινού. Όλα τα κύρια βιβλία μου ακολουθούν, άμα θέλετε, ποιητικές τακτικές γραφής μέσα και ενάντια στις πρακτικές γραφής που είναι κυρίαρχες. Αυτές έχουν αλλάξει με τα χρόνια, όπως πρέπει να συμβαίνει και με την στρατηγική μας. «Η θεωρίες είναι φτιαγμένες για να πεθαίνουν στον πόλεμο του χρόνου,» όπως μας λέει ο Ντεμπόρ.

Τώρα, έχω γράψει δύο βιβλία για την Καταστασιακή Διεθνή. Πιστεύω ότι  προσπαθούσαν να συνθέσουν θεωρίες και πρακτικές που ήταν κατάλληλες για την κατανόηση της ιστορικής περιόδου τους, δηλαδή του ύστερου βιομηχανικού καπιταλισμού στον υπεραναπτυγμένο κόσμο. Η Κοινωνία του Θεάματος του Ντεμπόρ, και κάποια από τα πιο αξιοσημείωτα μεταγενέστερα κείμενα του, είναι άξια σεβασμού, μιας και τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο τους, είναι σύγχρονα της εποχής τους.

Η Κοινωνία του Θεάματος είναι σε κάθε περίπτωση ένα βιβλίο που αναφέρεται στο αιώνιο κεφάλαιο, το οποίο μπορεί να ξεπεραστεί ως ιστορικό στάδιο μονάχα όταν ανατραπεί εξ’ ολοκλήρου από την ολοκληρωτική και αυθόρμητη επανάσταση. Αλλά στο πλαίσιο αυτής της, κατά βάση, θεολογικής αντίληψης της ιστορίας, ο Ντεμπόρ κατάφερε να συλλάβει ότι και οι ίδιοι οι τρόποι που τόσο η παραγωγή όσο και η κατανάλωση διαμεσολαβούνται από το θέαμα χαρακτηρίζονται από ιστορικά στάδια.

Ακόμα και το ίδιο το θέαμα έχει στάδια. Το ‘60 ο Ντεμπόρ πίστευε ότι είχε δύο μορφές: το διάχυτο θέμα της καπιταλιστικής δύσης και το συγκεντρωμένο θέαμα της γραφειοκρατικής σοσιαλιστικής ανατολής. Και τα δύο ήρθαν σαν αποτελέσματα της ήτας των επαναστατικών εργατικών κινημάτων της περιόδου του 1920. Το ‘70, ο Ντεμπόρ πίστευε ότι το θέαμα είχε συγκεντρωθεί στο συντεθειμένο θέαμα [Ιntegrated Spectacle], που συνδύαζε στοιχεία τόσο της σύντομα τέος δύσης όσο και της σύντομα τέος ανατολής.

Στο δεύτερο βιβλίο μου για τους καταστασιακούς, The Spectacle of Disintegration, υποστήριξα ότι υπάρχει ένα νέο ιστορικό στάδιο του θεάματος, το θέαμα της αποσύνθεσης, στην οποία η άρχουσα τάξη και ο κρατικός της μηχανισμός είχαν υποκύψει στις ίδιες τους τις ψευδαισθήσεις και είχαν αποβάλει οποιαδήποτε αντιμετώπιση της κυριαρχίας τους ως ένα κοσμοϊστορικό πρόγραμμα.

Σε κάθε περίπτωση, περίοδος στην οποία βρισκόμαστε δεν είναι σίγουρα η δική του, και έτσι και οι τακτικές μας πρέπει να είναι όσο διαφορετικές όσο είναι αναγκαίο να είναι.

Μαρξισμός

Η εισαγωγή μου στον Μαρξισμό είχε παρακάμψει (ευτυχώς) οποιαδήποτε επαφή με θεωρίες όπως ο διαλεκτικός υλισμός και εστίαζε πρωταρχικά στο Κεφάλαιο σαν ένα ρηξικέλευτο και ανολοκλήρωτο επιστημονικό πρόγραμμα πολιτικής οικονομίας.[8] Θυμάμαι ότι με είχε συνεπάρει βαθύτατα η έννοια της αξίας στον Μαρξ και ότι καθορίζεται από αυτήν (π.χ. η τιμή, ο μισθός κ.ο.κ.) κάτι που βέβαια μπορεί να σε οδηγήσει σε σχολαστικές και ατελείωτες συζητήσεις, στην πανεπιστημιακή λέσχη.

Έτσι με προβλημάτισε ότι στο κεφάλαιο 2, περιγράφετε ως χαρακτηριστικό αυτού του νέου τρόπου παραγωγής ότι:

… δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στις μονάδες χρόνου εργασίας και στις μονάδες της παραγόμενης αξίας …

Αλλά δεν είναι ο ίδιος ο αφηρημένος χρόνος εργασίας που ο Μαρξ εισάγει στο Κεφάλαιο, μία από τις πιο σημαντικές συμβολές του στην Πολιτική Οικονομία, και μία ρήξη ή διεύρυνση του θεωρητικού έργου του Ρικάρντο;

MW:  Ο καπιταλισμός ποσοτικοποιεί την εργασία σε εργατοώρες. Τα εργαζόμενα άτομα πληρώνονται με την ώρα. Ο καπιταλιστής προσπαθεί να αποσπάσει τη μέγιστη δυνατή αξία από κάθε εργατοώρα. Τα εργαζόμενα άτομα αντιστέκονται. Π.χ. αντιστέκονται στην επιτάχυνση της εργοστασιακής εργασίας.

Ειδομένη στην ολότητα της, κάθε συγκεκριμένη πράξη πραγματικής εργασίας αποτελεί εννοιολογικά μέρος του αφηρημένου χρόνου εργασίας. Είναι αντικείμενο επιτήρησης και ελέγχου στο πλαίσιο του εργοστασίου. Το κεφάλαιο συγκέντρωσε την εργασία, εν μέρει επειδή μεγαλύτερες μηχανές συνεπάγονται συχνά αύξηση της παραγωγικότητας και εν μέρει προκειμένου να θέσει την εργασία υπό επιτήρηση. Αν το αφεντικό ή ο λακές του βλεπει τους εργάτες να ιδρώνουν όταν δουλεύουν, τότε είναι σίγουρος ότι τους αποσπούν ικανοποιητική υπεραξία.

Τώρα, η δουλειά των εργαζόμενων ατόμων είναι κανονικοποιημένη και στόχος της είναι να παράγει μονάδες από ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα που να μοιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο μεταξύ τους. Όμως, αν αυτό που τώρα αποζητά η άρχουσα τάξη δεν είναι ομοιότητα, αλλά η διαφορά; Η πίεση του ανταγωνισμού ώθησε το κεφάλαιο να αντικαταστήσει την τεχνολογία με περισσότερη εργασία. Αλλά αυτό που εν τέλει συνέβει ήταν ότι, δεν είναι πλέον καθόλου αναγκαίο να ανήκουν στην άρχουσα τάξη  το εργοστάσιο και οι παραγωγικές δυνάμεις που το συνοδεύουν. Η επιχειρηματική δραστηριότητα της διανυσματική τάξης είναι η ιδιοκτησία των πατεντών, της πνευματικής ιδιοκτησίας, των επωνυμιών, των συστημάτων logistics, των συστημάτων απόσπασης και επεξεργασίας δεδομένων κ.ο.κ., με λίγα λόγια, η πληροφορία. Αυτή η μορφή επιχείρησης απασχολεί πολύ λίγα εργαζόμενα άτομα. Απασχολεί κυρίως επιστήμονες και καλλιτέχνες, άτομα που αποκαλούμε δημιουργικά [creatives]. Όμως, ποιός είναι ο βέλτιστος τρόπος προκειμένου να αποσπαστεί η μέγιστη δυνατή αξία από αυτά τα άτομα; Αυτό απαιτεί μία μάλλον διαφορετική προσέγγιση από αυτή του εργοστασίου. Αυτό που χρειάζεται η διανυσματική τάξη είναι ένας τρόπος ώστε η τάξη των χάκερ να παράξει πραγματική διαφορά, που να μπορεί να κατοχυρωθεί ως πνευματική ιδιοκτησία, συλλέξιμη κ αξιοποιήσιμη. Όμως κάτι τέτοιο δεν είναι πραγματικά εφικτό στους εργοστασιακούς ρυθμούς. Η κυριαρχούμενη τάξη που παράγει ομοιότητα διαφέρει από εκείνη που παράγει διαφορά.

Στην αυγή της μεγάλης επιστήμης του 1930, όπου η επιστήμη ήταν μία μηχανή που εξέφραζε τις προθέσεις που είχαν νέες υλικότητες μέσα από νέες παραγωγικές δυνάμεις, Μαρξιστές επιστήμονες όπως – οι Τζ. Ντ. Μπερνάλ, Τζόζεφ Νήνταμ και Τζ. Μπ. Σ. Χαλντέιν – προσπάθησαν να κατανοήσουν την κατάσταση μέσα στην οποία βρίσκονταν μέσα από μία επανανάγνωση του Μαρξ που φιλτράρονταν μέσα από την δική τους επιστημονική πρακτική εμπειρία. Δεν έχω γράψει και τόσα πολλά για τους Μαρξιστές του Χόλιγουντ, αλλά – το ίδιο συνέβει και στην περίπτωση τους. Οι Μαρξιστές σε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε βιομηχανία του μεγάλου πολιτισμού, όπως π.χ. ο Ντάλτον Τράμπο, ανέπτυξαν μία δική τους θεωρητική ανάγνωση που συνδύαζε την εργασιακή τους εμπειρία και τον Μαρξ – και έτσι τα συμπεράσματα τους είναι μάλλον περισσότερο χρήσιμα από αυτά που έβγαλε ο Τέοντορ Αντόρνο από το θεωρείο.

Θα μπορούσαμε να δώσουμε και άλλα παραδείγματα. Π.χ. αυτό των Καταστασιακών, που όλες τους οι καινοτομίες ανήκαν στην παραγωγή μίντια – οι οποίοι εξέλιξαν την Μαρξιστική θεωρία και πρακτική ως μεταστροφή [détournement]. Ή αυτό των ριζοσπαστικών αεροδιαστημικών επιστημόνων της Lucas το ‘70 κ.ο.κ. Τόσο τα μέσα επιχειρηματικής πρωτοβουλίας και ελέγχού, όσο και τα μέσα αντίστασης και διαπραγμάτευσης – αλλάζουν με τα χρόνια, και έτσι καλούμαστε να σκαρφιστούμε ιδέες αντάξιες της εποχής μας, ακόμα και αν κάτι τέτοιο σημαίνει να απομακρυνθούμε από τα λατρευτικά κείμενα ενός Μαρξιστικού παρελθόντος. Το μόνο μάλλον σίγουρο για την Μαρξιστική θεωρία του παρελθόντος είναι ότι όλες οι τακτικές αντίστασης από τις οποίες προέρχεται έχουν ηττηθεί.

Η θεωρητική σημασία αυτού του προβληματισμού βασίζεται στο εξής παράδοξο. Αν όπως λέει ο Ρικάρντο «η αξία παράγεται από την εργασία» τότε γεννάται το ερώτημα: Που βρίσκεται αυτή η εργασία⁹ που αυξάνει την αξία ενός προιόντος όπως είναι η Παρμεζάνα ή ένα μπουκάλι κρασί το οποίο ως επί το πλείστον παλαιώνεται, ή αλλιώς κάθεται σε ένα κελάρι κάπου, και που η αξία του μπορεί να πραγματωθεί σε όλο και μεγαλύτερες τιμές με το πέρασμα του χρόνου; Φυσικά υπάρχει τρομερό φυσικό έργο που μπορεί να λαμβάνει χώρα, αλλά είναι αυτό των μικροοργανισμών ή των χημικών διεργασιών, ένα έργο που όμως δεν μπορεί να παράγει αξία, μιας και η αξία είναι μία κοινωνική σχέση, γειωμένη στην τιμή και τον μισθό.

MW: σαν μία μεταλλαγμένη, ερετική Μαρξίστρια, θα ήθελα να ρωτήσω: γιατί να περιορίσουμε την έννοια της εργασίας στο ανθρώπινο είδος; Γιατί να μην αντιλαμβανόμαστε τους μικρο-οργανισμούς του τυριού σαν εκμεταλλευόμενη εργασία; Η καλύτερα γιατί να μην αντιλαμβανόμαστε την εργασία σαν κάτι που είναι πάντα υβριδικό, πάντα cyborg, παντα φτιαγμένο από τη σάρκα πολλών ειδών πεπλεγμένη με τεχνικά μέσα. Το ανθρώπινο είδος μπορεί και να μην είναι το μόνο που αντιστέκεται στην εκμετάλλευση. Το εξαιρετικό βιβλίο του Fahim Amir, «Being and Swine» υποστηρίζει κάτι τέτοιο.

Επίσης δεν θεωρώ το Κεφάλαιο ως το κορυφαίο έργο του Μαρξ, αλλά περισσότερο σαν ένα «case study» [μελέτη περίπτωσης]. Ο τίτλος του βιβλίο Το Κεφάλαιο Πέθανε μας καλεί ανάμεσα σε άλλα να απομακρυνθούμε από το ίδιο το Κεφάλαιο του Μαρξ. Αυτός είναι και ο λόγος που επέλεξα να απομακρυνθώ από την μελέτη περίπτωσης του Καπιταλισμού που έκανε ο Μαρξ – ο οποίος ήταν ο τότε κυρίαρχος τρόπος παραγωγής – κατευθυνόμενη προς την ίδια την μεθοδολογία του που βρίσκεται στο Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας αναφορικά με τους τρόπους παραγωγής, εν γένει.

Είναι αλήθεια ότι στην ανάγνωση του Κεφάλαιου με την οποία είμαι εξοικειωμένος, η ιδιοκτησία και η άμισθη (εκμεταλλευόμενη) εργασία είναι αυτά που διαμορφώνουν το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγεται, αποσπάται (και νοηματοδοτείται) η αξία και η υπεραξία, αλλά δεν παράγουν τα ίδια την αξία (και την υπεραξία – αυτή μάλλον παράγεται μέσα από αυτά – και τελικά εις βάρος τους). Ακόμα και στο πλαίσιο αυτό, νιώθω ότι το βιβλίο σας έχει κάτι επιπλέον να μας προσφέρει μιας και μας αφήνει να δούμε το Κεφάλαιο σαν κάτι που βρίσκεται εμφωλευμένο σε μία ιεραρχία σχέσεων ιδιοκτησίας, στην κορυφή των οποίων βρίσκεται τώρα η πληροφορία.

MW: Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, οι Μαρξ και Ενγκελς τονίζουν ότι οι δυνάμεις της ριζικής αλλαγής είναι αυτές που θέτουν το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Δεν ολοκλήρωσα ποτέ τις σπουδές μου στην νομική επιστήμη, αλλά νομίζω έμαθα αρκετά ώστε μπορώ να παρατηρώ τον τρόπο που εξελίσσεται η ιδιοκτησία ως νομική μορφή, η οποία είναι μια υπερδομή κλειδί που μας επιτρέπει να αποκρυπτογραφούμε όλες τις αλλαγές που συμβαίνουν στις σχέσεις παραγωγής. Μας λέει πολλά παραπάνω από την πολιτική, την κουλτούρα ή την ιδεολογία, επειδή είναι κάτι πολύ πιο εφαρμοσμένο. Έτσι ο τρόπος με τον οποίο η πληροφορία έγινε όχι απλά ένα τεχνικό πράγμα αλλά ένα νέο νομικό πράγμα, και πράγμα με κάθε έννοια του όρου, αποτελεί κλειδί.

Ποια είναι η άποψή σας για την θεωρία της αξίας; Θα σας ενδιέφερε να διατυπώσετε τις θεωρίες σας μέσα σε ένα πλαίσιο που ταιριάζει με την επιστημονική προσέγγιση του Κεφαλαίου, ή βρίσκεται αυτήν την γλώσσα παλιακή και ευγενή;

MW: Αυτό που είναι κυρίως σημαντικό για μένα είναι το τι αντιλαμβανόμαστε ως κεντρικό στοιχείο του Μαρξισμού. Για μένα, ο Μαρξισμός είναι η γνώση που παράγεται με συλλογικά μέσα, από τον συνασπισμό των εκμεταλλευόμενων τάξεων, με σκοπό την ανατροπή των καταπιεστών τους (οποιοι και αν είναι) και η οργάνωση του κόσμου στην απουσία οποιασδήποτε υπάρχουσας ή μελλοντικής άρχουσας τάξης, μέσα στα φυσικά όρια που θέτει η ίδια η γη.

Από αυτή τη σκοπιά, η θεωρία της αξίας μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά μπορεί να έχει εξίσου και τα όρια της. Ίσως να αντανακλά τον βαθμό που είχε απορροφήσει τον Μαρξ η επιστημονική κοσμοθεωρία της εποχής του, η οποία είναι τώρα ξεπερασμένη. Η ύστερη σκέψη του Μαρξ διαρθρώνεται σε θερμοδυναμικούς όρους. Ξεπέρασε την Εγελιανή κοσμοθεωρία μέσα και ενάντια από την οποία στοχάζονταν. Υιοθέτησε και κριτίκαρε ένα μέρος της νέας (μετά το 1848) σκέψης του Γερμανικού Επιστημονικού Υλισμού. Ο Μαρξ αντιλαμβάνεται την εργασία ως ενέργεια και το κεφάλαιο σαν μία θερμική μηχανή που – μία μέρα – θα εκραγεί, σαν μία ατμομηχανή. Εδώ, δεν υπάρχει πουθενά η έννοια της πληροφορίας. Δεν μπορεί να υπάρχει. Άλλωστε δεν ήταν γνώριμη με την σύγχρονη μορφή της μέχρι την στιγμή όπου οι παραγωγικές δυνάμεις την διαμόρφωσαν και της επέτρεψαν να μπορεί να ειδωθεί ως τέτοια. Σαν υπενθύμιση: αυτό σημαίνει ιστορικός υλισμός.[5]  Η πληροφορία όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, γεννιέται με τον Άλαν Τούρινγκ και τον Κλοντ Σάνον, όταν τόσοι οι στρατιωτικοί όσο και οι επιχειρηματικοί οργανισμοί μεγάλωσαν τόσο πολύ και έγιναν τόσο διεσπαρμένοι, ώστε χρειάστηκε να σκεφτούν πως η θερμοδυναμική ισχύς μπορούσε να σχεδιαστεί, να οργανωθεί, να τοποθετηθεί ή να εξαπολυθεί κάπου, με το να μοντελοποιείται εξαρχής. Μπορεί κάποια στιγμή ένα άτομο να γράψει μία μεγαλοπρεπή πραγματεία που να λέγεται Το Διάνυσμα (αντί για Το Κεφάλαιο), μία κριτική της οικονομίας πληροφορίας. Αλλά κάτι τέτοιο ξεπερνάει τις δυνάμεις μου!

Χάκερ

Ακολουθώντας την ίδια συλλογιστική με από πάνω πιστεύω ότι τα άτομα που κάνουν το έργο του να ποστάρουν πράγματα στο facebook ή ακόμα και να ψάχνουν πράγματα στο Google[9] δεν μπορούν να είναι αυτά που παράγουν την αξία. Η λέξη mining [εξόρυξη δεδομένων]που χρησιμοποιούμε στον χώρο μου είναι τρομερά ακριβής: υπάρχει μία φυσική διεργασία που διαμορφώνουμε με τρόπο ώστε να παράγει από πετρέλαιο μέχρι διαμάντια, που μπορούμε μετά να τα εξαγάγουμε και να τα επεξεργαστούμε.

MW: Όπως θα συνέβαινε και με οποιαδήποτε άλλη μεταφορά, το να σκεφτόμαστε αυτή την διαδικασία σαν εξόρυξη φωτίζει κάποιες πτυχές της και επισκιάζει κάποιες άλλες. Η Kate Crawford και άλλα άτομα παραπέμπουν στον εξορυκτισμό: ένα μάλλον αποικιακό εγχείρημα που αντιμετωπίζει τα πάντα σαν πόρους από τους οποίους κάτι μπορεί να αποσπαστεί – ή να καταστεί αντικείμενο αφαίρεσης – στο πλαίσιο του ιστού των κοινωνικων, πολιτισμικών, τεχνικών και οικολογικών σχέσεων μέσα στις οποίες λαμβάνει χώρα. Αυτό θα μπορούσαμε να το συνδέσουμε με την έννοια των διαδοχικών συστημάτων εμπορευματικής απόσπασης του Jason Moore που λαμβάνει χώρα μέσα από την κύρια διαδικασία ιδιωτικοποίησης ενός πόρου μέσα από φτηνούς και μη ανανεώσιμους τρόπους. Η αποψίλωση των δασών, η αρπαγή της ζωής από έναν λαό μέσω της εκμετάλλευσής του και η εξάντληση του ως εργατικό δυναμικό, κλέβοντας του όλη την πληροφορία που παράγει μέσα από την ακαδημία τον πολιτισμό ή την επιστήμη, και αναζητώντας κάτι νέο, ακόμα και αφού αυτό εξαντληθεί.

Άλλος ένας τρόπος να αντιληφθούμε αυτή την κατάσταση είναι μέσα από το διακριτικό της γνώρισμα ότι, ενώ η καπιταλιστική τάξη εκμεταλλεύεται την εργασία μας, η διανυσματική τάξη εκμεταλλεύεται τον κομμουνισμό μας.[6]  Παράγει ασυμμετρίες πληροφορίας, που ανάμεσα σε άλλα προέρχονται από αυτό που ο Trebor Scholz αποκαλεί μη-εργασία: την μεταξύ μας εναπόθεση – καλής ή κακής – πληροφορίας στο διαδίκτυο, ελεύθερα (και απλήρωτα). Παράλληλα, η διανυσματική τάξη συλλέγει όλα αυτά ως δεδομένα από τα οποία μπορεί να παράγει πληροφορία που της επιτρέπει να συνεχίζει να κατέχει και να ελέγχει την ίδια την πληροφορία ως ιδιωτική ιδιοκτησία.

Αλλά τι σημαίνει να ανήκεις στην τάξη των – ή να είσαι – χάκερ; Επιγραμματικά, την ορίζεται σαν τα άτομα που ο ρόλος τους στην παραγωγή, είναι η δημιουργία νέας πληροφορίας (που μπορεί να κατοχυρωθεί νομικά σαν ιδιωτική ιδιοκτησία). Αν καταλαβαίνω σωστά, από την στιγμή που και οι δύο τάξεις συνυπάρχουν, ένα άτομο μπορεί να είναι τόσο χάκερ όσο και εργαζόμενο. Έτσι π.χ. ένα άτομο που δουλεύει στις αποθήκες της Amazon, ναι μπορεί να εργάζεται στην πιο επιταχυμένη βιομηχανία του πλανήτη, όμως ταυτόχρονα θα μπορούσε να είναι χάκερ αν οι κινήσεις του καταγράφονται ως πληροφορία που θα μπορούσε δυνητικά να χρησιμοποιηθεί για την δημιουργία ενός συστήματος που μπορεί μία μέρα να το αντικαταστήσει.[10] Αλλά θα λέγατε ότι ένα τέτοιο άτομο είναι, και, χάκερ; Αναφερόμαστε συχνά στα δημιουργικά άτομα [creatives], αλλά με βάση τον ορισμό σας, καταλαβαίνω ότι και τα άτομα που ζουν στο Μπαγκλαντές, μία χώρα στην οποία τα τα εισοδήματα του Amazon Mechanical Turk ή του Microworkers είναι ανταγωνιστικά και που η δουλειά τους είναι συχνά η επισήμανση εικόνων (με σκοπό την εκπαίδευση μοντέλων μηχανικής μάθησης) ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Συμφωνείτε;

MW: οι ταξικές μας θέσεις μπορεί να είναι αντιφατικές, όπως εδώ και πολύ καιρό έχει επισημάνει ο Erik Olin Wright. Ο Μαρξιστικός ορισμός της τάξης δεν ορίζει τις ομάδες των ανθρώπων σαν κοινωνιολογικές κατηγορίες, αλλά ως συμμετέχουσες σε ανταγωνιστικές σχέσεις. Μπορεί να είμαι εργάτρια, χάκερ ή και μικροαστή σε διαφορετικές στιγμές μέσα στη μέρα μου.

Σαν εργαζόμενο άτομο μπορεί να εργάζομαι με πληροφορία. Αυτό δεν είναι το ίδιο με την φάση που είμαι χάκερ, που παράγω νέα πληροφορία, η οποία μπορεί να κατοχυρωθεί με την μορφή της ιδιοκτησίας, ως πατέντα, ή ως εμπορικό μυστικό που το αφεντικό μου θα χρησιμοποιήσει ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για να διαφοροποιηθεί από τους ανταγωνιστές του. Ή: ίσως να είμαι ελεύθερη επαγγελματίας, που με έχουν προσλάβει επειδή είμαι κάτοχος της πνευματικής ιδιοκτησίας που παράγω και που εμπορεύομαι, κάτι που στην περίπτωση αυτή με κάνει μικροαστή.

Η διανυσματική τάξη κάνει ότι μπορεί για να ελέγξει και να συμπιέσει το κόστος της παραγωγής διαφοράς, με τον ίδιο τρόπο που οι καπιταλιστές έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αναπαράγουν ομοιότητα. Ο τεχνολογικός τομέας στις Η.Π.Α. χρησιμοποίησε την επιρροή του για να πιέσει και να πετύχει την δημιουργία μιας ειδικής κατηγορίας βίζα, η οποία επιτρέπει την εισαγωγή μηχανικών από το εξωτερικό, αντί να πληρώνει φόρους που θα μπορούσαν να επενδυθούν στην εκπαίδευση τους. Η σχεδίαση συστημάτων λογισμικού μεγάλης κλίμακας συνοδεύεται με μία δομοστοιχειωτή αντικειμενοστραφή αρχιτεκτονική που επιτρέπει σε πολλά άτομα, δίχως ιδιαίτερα προσόντα, να δουλεύουν σε απομονωμένα μέρη του κώδικα (μαύρα κουτιά) δίχως να υπάρχει η ανάγκη να αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους και δίχως να τους δίνεται οποιαδήποτε δυνατότητα να διαταράξουν την συνολική του λειτουργία. Πολλά τέτοια μικρά έργα μπορούν να ανατεθούν μέσα από παγκόσμια μικρο-συμβόλαια.

Η κουλτούρα των νεοφυών επιχειρήσεων [start-up] είναι ένας τρόπος να κάνεις τα μέλη της τάξης των χάκερ να σκέφτονται σαν μικρο-αστοί, σαν ιδιοκτήτες, αλλά και ένας τρόπος να ανατεθεί κάπου αλλού το ρίσκο. Τα άτομα αυτής της τάξης παίρνουν αυτό το ρίσκο, μέχρις ότου η διαφορά που παράγουν είτε αποτυγχάνει να εκτιμηθεί, είτε αγοράζεται. Τα πανεπιστήμια είναι ακόμα αυτά που διεξάγουν την έρευνα υψηλού ρίσκου και που μετατρέπονται σε μηχανή έρευνας και ανάπτυξης, αλλά που όμως το κράτος είναι αυτό που επιδοτεί μέσα σε αυτά την πραγματική επιστήμη και το πραγματικό ρίσκο. Κ.ο.κ.

Προσπαθώ να καταλάβω αν αυτό έχει να κάνει με την πληροφορία ή συγκεκριμένα με την καινοτομία, καθώς εξίσου η καινοτομία και οι πατέντες υπήρχαν ανέκαθεν στον καπιταλισμό. Για παράδειγμα το πτυχίο μου ως μηχανικός έχει αν μη τι άλλω να κάνει με καινοτομία και πατέντες και το επάγγελμα του μηχανικού υπάρχει εδώ και πολύ καιρό. Είναι οι μηχανικοί όσο και οι microworkers διαστρωματωμένοι στο εσωτερικό της ίδιας τάξης;

MW: Όπως λέει ο Gregory Bateson, η πληροφορία είναι η «διαφορά που κάνει την διαφορά.» Τα άτομα που παράγουν πληροφορία, η οποία ορίζεται μέσα στο δίπολο διαφοράς και ομοιότητας, αλλά όπου η ομοιότητα μπορεί να ορίζεται μέσα από την μορφή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας – αυτή είναι η τάξη των χάκερ. Ναι, υπάρχουν στρώματα στο εσωτερικό αυτής της τάξης όπως συμβαίνει και με κάθε τάξη, ενώ υπάρχουν πολύ διαφορετικά είδη παραγόμενης διαφοράς, που σε καμία περίπτωση δεν είναι όλα τεχνικά. Η παραγωγή πολιτιστικής διαφοράς είναι επίσης κάτι που κάνει η τάξη των χάκερ. Φυσικά παράγεται πολύ διαφορά της οποίας η αξία ούτε που αναγνωρίζεται. Σκεφτείτε π.χ. όλους εκείνους τους τρόπους που σκαρφίζονται τα εργαζόμενα άτομα προκειμένου να εργάζονται καλύτερα, ή όλες τις νέες πολιτισμικές φόρμες που δημιουργούν τα καταπιεσμένα άτομα – που όμως ένας τρίτος έρχεται να ιδιοποιηθεί. Η διαφορά παράγεται πάντα κοινωνικά η πνευματική ιδιοκτησία την ιδιοποιεί.

Όσον αφορά την διανυσματική τάξη, κάνετε μία μικρή αναφορά στον λεγόμενο κλειστό κώδικα [proprietary code] (όπου και αναφέρεστε στο έργο του Richard Stallman). Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από το κεφάλαιο 4:

Αυτός ο άξονας θα μπορούσε να ονομαστεί η «τεχνική διάσταση του ταξικού ανταγωνισμού», η οποία είναι δομημένη στο εσωτερικό της μορφής του διανύσματος της πληροφορίας. Αυτή έχει πολλές πλευρές, από την σχεδίαση αλγορίθμων που καθορίζουν την πίστωση μέχρι την ανάπτυξη αντικειμενοστραφών περιβαλλόντων προγραμματισμού, που επιτρέπουν τον εξορθολογισμό της παραγωγής δίνοντας την δυνατότητα κατάτμησης ενός προγράμματος σε μέρη τα οποία μπορεί να προγραμματίζει ξεχωριστά μία διεσπαρμένη και αποδυναμωμένη τάξη χάκερ, ενώ οι διανυσματιστές διατηρούν τον κεντρικό έλεγχο του πλήρους κώδικα αυτού του προγράμματος,

Παρόλο που κάτι τέτοιο είναι αλήθεια, είναι ένα μέρος αυτού που πραγματικά συμβαίνει: το λογισμικό ανοιχτού κώδικα (ελεύθερα διακινούμενο λογισμικό με νομικές άδειες που επιτρέπουν ή αποκλείουν την εμπορευματοποίηση του) έχει υπάρξει η κινητήρια δύναμη της σύγχρονης βιομηχανίας λογισμικού, στον ίδιο βαθμό με το λογισμικό κλειστού κώδικα.

MW: Η πηγή κάθε δημιουργικής διαφοράς και προοδου είναι πάντοτε κοινοτική. Αυτο δημιουργεί μία αντίφαση για την διανυσματική τάξη: πως να ιδιωτικοποιήσει κάτι που είναι τόσο συνεργατικό στην φύση του; Ως άρχουσα τάξη δοκίμασε πολλές στρατηγικές. Σε πολλές περιπτώσεις διαπίστωσε ότι το να δίνει τόση έμφαση στην ιδιοκτησία και να κρατάει τα πραγματα κλειστά χαλάει την διεύρυνση του ελέγχου της αλυσίδας της αξίας. Σαν αποτέλεσμα έχουμε πακέτα αποεμπορευματοποιημένης παραγωγής διαφοράς, που κάποιες φορές λειτουργούν ως βάσεις αντίστασης στην διανυσματική τάξη. Αλλά, εξίσου συχνά, λειτουργούν ως βάση αφηρημένης εργασίας που η διανυσματική τάξη μπορεί να εμπορευματοποιεί σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο. Αυτό είναι που άλλαξε από την εποχή του Ένα Μανιφέστο των Χάκερ μέχρι την εποχή του Το Κεφάλαιο Πέθανε. Η διανυσματική τάξη έγινε ιδιοκτήτρια της πλατφόρμας και συγκέντρωσε από τα κοινά, όση ελεύθερη εργασία και υπερπληροφορία μπορούσε – αντί να προσπαθεί να έχει συνεχώς τα πάντα υπό τον έλεγχο της. Ωστόσο, υπάρχει ένα γενναίο κομμάτι διανυσματικών επιχειρήσεων που συνεχίζει να κάνει ακριβώς αυτό. Το λάπτοπ σου ίσως να είναι ένα spyware πολύ πιο ανεπτυγμένο από αυτό που θα ονειρεύονταν ποτέ το κράτος της Βόρειας Κορέας, απλά στην διάθεση των ιδιοκτητών πνευματικής ιδιοκτησίας που επιμένουν ότι η δημιουργία δεν είναι ποτέ κοινοτική.

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι ακόμα και το ίδιο το εμπορικό λογισμικό ή η πνευματική ιδιοκτησία εν γένει, χαίρει παραβίασης: π.χ. piratebay, libgen, sci-hub αλλά και το monoskop ή το ubuweb. Έτσι παρόλο που τα κράτη και οι θεσμοί κυνηγούν αυτές τις ιστοσελίδες, το οντολογικό χαρακτηριστικό της άφθονης και εύκολα αντιγράψιμης πληροφορίας επηρεάζει το ηθικό βάρος αυτών των νομικών παραβιάσεων και συνεπώς την εξάσκηση του ίδιου του νόμου.

Όμως κάτι που φαίνεται για μένα να είναι ουσιαστικά περιφραγμένο είναι η υποδομή αποθήκευσης και υπολογισμού, η ειδημοσύνη που κινεί αυτά τα μονοπώλια πλατφορμών όπως είναι το youtube, το facebook, το amazon και το google, αλλά και τα άπειρα ακατέργαστα δεδομένα, που μία γεννήτρια μαρξιστικής ορολογίας θα μπορούσε να τους δώσει ένα νέο ονομα σε συνέχεια του σταθερού και κινητου κεφαλαίου, να τα αποκαλέσει: αφηρημένο κεφάλαιο. Είναι στην πραγματικότητα ένας πανίσχυρος κυβερνο-πλανητικός ζωντανός οργανισμός, η εξέλιξη εκείνου που οι μπανάλ Μαρξιστές του περασμένου αιώνα αποκαλούσαν «το Βαμπίρ».

Η εικόνα του βαμπίρ, που υπάρχει και στον Μαρξ, μπορεί να έχει αντισημιτική χροιά. Αλλά και όπως έχουν επισημάνει η Donna Haraway και η Susan Stryker: τι το τόσο κακό έχουν τα τέρατα; Ως τρανς, οι περισσότεροι με θεωρούν ένα τέρας. Έτσι, δεν μου αρέσει να παίζω με αυτή την εικόνα. Τώρα, η ευρύτερη εικόνα είναι ο μετασχηματισμός μία πλανητικής υποδομής – αυτό που ο Μπέντζαμιν Μπράτον αποκαλεί στοίβα – η οποία γεννάει ένα συγκεκριμένο είδος γεωπολιτικής, διανυσμάτων έναντι κρατών και εμπορικών δρόμων. Ο ρόλος των κρατών, συνεχίζει να είναι έντονος, αλλά υποσκάπτεται από μία παγκόσμια λογιστική εφοδιαστική αλυσίδα, από διαδικτυακούς κορμούς, και από ιδιωτικά κατοχυρωμένη υπερπληροφορία. Η Amazon, η Facebook και οι άλλες αντίστοιχες εταιρείες είναι απλά το μέρος αυτών των εταιρειών που είναι ορατές στον καταναλωτή. Δείτε για παράδειγμα την ετήσια λίστα Fortune 500 των μεγαλύτερων Αμερικάνικων εταιρειών: η πλειοψηφία τους ανήκουν στην βιομηχανία πληροφορίας, ακόμα και αν οι περισσότερες από αυτές δεν απευθύνονται σε καταναλωτές.

Μία τελευταία απορία μου πάνω στο ζήτημα είναι η εξής: αν το έργο ενός χάκερ είναι η δημιουργία νομικά κατοχυρώσιμης διαφοράς, θα ήθελα να παρουσιάσω μία νέα τάση: από την εμπειρία μου στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης, αυτες οι νέες «μηχανές» που σχεδιάζουμε και εκπαιδεύουμε αναμένονται να αντιδρούν σε, ή να παράγουν, νέες ή έστω ανείδωτες πραγματικότητες. Από ιατρικές συμβουλές (IBM Watson) μέχρι την παραγωγή περιεχομένου (Stable Diffusion), όλο και πιο δημιουργικές εργασίες ή έργα αρχίζουν να ανατίθενται σε μηχανές.

Νιώθω ότι στα επόμενα χρόνια θα διανύσουμε μία περίοδο που η βιομηχανία θα περάσει από το στάδιο της κατασκευής στο στάδιο της σύνθεσης. Το εμπόρευμα κυριολεκτικά θα δημιουργείται στην πώληση του.[11] Μακροπρόθεσμα ακόμα και η ίδια η παραγωγή θεωρίας μπορεί να φτάσει να παράγεται με τον ίδιο τρόπο.

Θα μπορούσε λοιπόν η έννοια της παραγωγής διαφοράς, όπως την ορίζετε, να αυτοματοποιηθεί [AI-fied] και πως αλλάζει αυτό την τάξη των χάκερ την οποία και ορίζει;

MW: Θα μου άρεσε πολύ να πειραματιζόμουν με την αυτοματοποίηση της ίδιας μου της γραφής χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε από αυτές τις νέες γεννήτριες κειμένων (π.χ. GPT-2,3) δίνοντας τους παλιά μου κείμενα και περιμένοντας τις να κάνουν την διαφορά. Πιστεύω παρόλα αυτά ότι θα χρειαστεί να επιμεληθώ το αποτέλεσμα. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι επίσης τεχνητή ηλιθιότητα. Ακολουθώ ένα bot στο twitter, εκπαιδευμένο σε κείμενα από ψηφιοποιημένα βιβλία, που κάποιες φορές παράγει προτάσεις που έχω συμπεριλάβει στα κείμενα μου.

Δεν θεωρώ ως διαχωρισμένους τους άνθρωποι από τα τεχνικά τους μέσα, τουλάχιστον όχι περισσότερο από όσο είναι οι μέλισσες από τις κυψέλες τους. Η πορεία των ανθρώπων και των τεχνικών τους μέσων είναι μία πορεία συνεξέλιξης που φτάνει μέχρι την αρχή του είδους μας. Το λίθινο εργαλείο και το χέρι εξελίχθηκαν μαζί. Ήδη βλέπω ότι η θεωρία παράγεται μέσα από την αλληλεπίδραση των ανθρώπων και του διανύσματος των κοινωνικών δικτύων. Π.χ. μέσα από τα μιμίδια. Προσπαθώ να γράφω θεωρία στα πλαίσια των σύγχρονων τεχνικών παραγωγής.

Πιστεύω ότι υπάρχει ένα επιστημικό πρόβλημα αν αντιλαμβανόμαστε τα τεχνικά μέσα ως διαχωρισμένα από το ανθρώπινο, δηλαδή σαν κάτι που δουλεύει από μόνο του. Δεν δουλεύει από μονο του. Παρόλα αυτά, οι τεχνολογίες πληροφορίας αλλάζουν την σχέση που υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους και τα τεχνικά τους μέσα. Είτε είσαι τζαζ μουσικός είτε DJ κάνεις μουσική με τεχνικά μέσα, αλλά η σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τα τεχνικά του μέσα, αλλάζει. Κάθε νότα του John Coltrane συνδέεται με μία αναπνοή του. Ο Juan Atkins μπορεί απλά να στήσει τα μηχανήματα του, να τα αφήσει να παίζουν και να βγει για τσιγάρο. Ήταν και οι δύο τους χάκερ, όπως το εννοώ εγώ. Και οι δύο παρήγαγαν διαφορά, που μπορούσε να κατοχυρωθεί με την μορφή της ιδιοκτησίας της πληροφορίας. Αλλά συνολικά νομίζω ότι η τάξη των χάκερ βρίσκεται σε ένα διαρκή αγώνα για να διατηρήσει την αυτονομία της από τον έλεγχο, από την απόλυτη κυριαρχία από την τάξη εκείνη που ιδιοποιείται την αξία που παράγει. Είναι κάποια μορφή φετιχισμού να νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι πιο αφηρημένο, και ότι αφορά ένα ανιστορικό πράγμα που λέγεται «τεχνολογία» όταν ο εχθρός είναι μία συγκεκριμένη, ιστορική άρχουσα τάξη στην οποία ανήκει αυτή η τεχνολογία και που την διαμορφώνει γύρω από τα συμφέροντα της.

Επίλογος

Η ανάγκη δημιουργίας νομικά κατοχυρώσιμης διαφοράς και η αφαίρεση των επαναληπτικών μερών από την εργασία,[12] κάνουν την εργασία πιο επισφαλή αφού είναι ασαφής η προσπάθεια που χρειάζεται για ένα ολοκληρωθεί ένα έργο (που κάνει αναγκαίο ένα πιο πλούσιο βιογραφικό που να υποδεικνύει την αποτελεσματικότητα σου). Όπως γράφετε:

Το να έχεις απομακρυνθεί από επαναληπτική εργασία ρουτίνας δεν είναι και τόσο θελκτικό όσο μπορεί να ακούγεται, καθώς δημιουργεί ανασφάλεια, εκνευρισμό, πίεση και (σε κάποιες περιπτώσεις) τρέλα.

Ακόμα και ο Γιουβάλ Νόα Χαράρι, ένας τρομερά δημοφιλής, φιλελεύθερος προοδευτικός με ευρύ κοινό, θέτει πλέον άμεσα το πρόβλημα δημιουργίας μιας νέας τάξης άχρηστων ανθρώπων,[13] κάτι που μας θυμίζει τον όρο λούμπεν προλεταριάτο, εκφράζοντας την αγωνία του κατά πόσο οι άνθρωποι του σήμερα, θα καταφέρουν να αντέξουν τις απότομες κοινωνικές αλλαγές. Αλλαγές που παρόλα αυτά, φαίνονται αναπόφευκτες: αυτός ο τρόπος παραγωγής μοιάζει με εκείνο το πρωτότυπο ενός διαγαλαξιακού κινητήρα που συμπιέζει τον χωροχρόνο για να κινηθεί γρηγορότερα από το φως – δηλαδή τα φυσικά του όρια.

Παράλληλα όπως λέτε και προηγουμένως και όπως γράφετε παραπάνω και στο βιβλίο, ο αντι-καπιταλισμός με την μορφή του κομμουνισμού έχει πεθάνει:

Είμαστε ελεύθερες να αποζητάμε ένα διαφορετικό εγχείρημα στη θέση αυτού που πιθανώς να ακολουθήσει τον καπιταλισμό. Αυτό δεν θα είναι ο κομμουνισμός· από ό,τι φαίνεται, η απόδραση από το κεφάλαιο μέσα από μία επανάσταση στο εξωτερικό του ήταν εν τέλει η έξοδος από τον αυτοκινητόδρομο που δεν προλάβαμε να πάρουμε. Ο Θεός πέθανε· Ο Κομμουνισμός πέθανε.

Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα του διανυσματικού τρόπου παραγωγής, ποια είναι τα νέα πολιτικά εδάφη πάλης και πως θα έπρεπε να αποκαλέσουμε την πολιτική μορφή που συνδέεται αυτόν; (αληθινή πρόταση google: διανυσματικότητα [vectorealism])

MW: Διανυσματικότητα – αγαπώ. Θα μπορούσα να κάνω κάτι με αυτόν τον όρο, χαχα. Αυτό που συχνά αποκαλείται νεοφιλελευθερισμός πιστεύω ότι μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητό σαν μία εξέλιξη των υπερδομών που κινούν οι νέες πληροφοριακές παραγωγικές δυνάμεις των τελευταίων πενήντα χρόνων. Κάτι που ήταν ως επί το πλείστον μία οικονομική θεωρία, έγινε εφικτό. Η διανυσματική τάξη αποδιοργάνωσε την εργασία και αφομοίωσε την περιφέρεια της στο σύνολο των πόρων που μπορούσε να εκμεταλλευτεί, δημιουργώντας ένα νέο είδος υποκειμενικότητας, αυτή του χρήστη, που αντιμετωπίζει τον κόσμο μέσα από μία διεπαφή.

Η μαζική ανοδική αναδιανομή του πλούτου παρήγαγε μορφές απογοήτευσης που μέσω της διεπαφής του χρήστη, αντιμετωπίστηκαν με ατομικές λύσεις, όταν όμως προέρχονταν από συλλογικά προβλήματα, ή, σε μία άλλη περίπτωση μετατράπηκαν, όπως πάντα, σε μορφές φασισμού, ο οποίος επανεργαλοιοποιείται στην εποχή των μιμιδίων. Το σύνηθες σύνολο από περιθωριακές φιγούρες γίνονται τα εξιλαστήρια θύματα, σαν αυτή η πρακτική θυματοποίησης να μπορούσε να διασφαλίσει την επιβίωση εκείνων των τρόπων ζωής που το διάνυσμα κατατροπώνει ταχύτατα και ολοκληρωτικά: τ@ πρόσφυγ@, τα μετανάστ@ και τ@ κουήρ. Ο αντι-σημιτισμός επανεμφανίζεται σε μία γενιά που δεν έχει καμία επαφή με οποιοδήποτε άτομο επιβίωσε από την Σοά. Σχεδόν σαν να βρισκόμαστε στο 30α, τα τρανς άτομα δαιμονοποιούνται. Υπάρχει μάλλον κάποια απελπισία πίσω από αυτούς τους εξοστρακισμούς.

Σε κάθε περίπτωση, είναι για μένα τρομερά σημαντικό να αντιληφθούμε το εργατικό κίνημα ως ηττημένο, ξανά και ξανά, κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα. Όλες εκδοχές του απέτυχαν, είτε ήταν ο συμβουλιακός κομμουνισμός είτε η σοσιαλδημοκρατία. Για αυτό και μου φαίνονται αδιάφοροι όλοι αυτοί η διασπαστικοί μικροτσακωμοί δίχως τελειωμό. Ο σκοπός είναι να κάνουμε αυτό που έκανε ο Μαρξ, δηλαδή να αναζητήσουμε την επιτομή της εμπειρίας των υποτελών ατόμων, το πως οργανώνεται και το τι μπορούμε να μάθουμε από αυτά. Αυτ@ μπορεί να μην είναι άλλο πια ο βιομηχανικός εργάτης.

Τώρα, λίγα άτομα φτάνουν να διαβάσουν το τέλος οποιουδήποτε βιβλίου, για αυτό και έκρυψα εκεί τις πιο αιρετικές μου απόψεις. Μία από αυτές είναι η Νιτσεϊκή ατάκα για το τέλους του κομμουνισμού, αλλά όχι με την μπανάλ ψυχροπολεμική του έννοια, αυτή δηλαδή που χρησιμοποιεί η δεξιά για να υποστηρίζει πως νίκησε. Ξεκάθαρα η σύγχυση και η τύφλωση της δεξιάς όσον αφορά τον θάνατο του κομμουνισμού είναι τόσο μεγάλη όσο είναι και της αριστεράς. Η τακτική μου οπισθοχώρηση στον ακομμουνισμό, μοιάζει με τον τρόπο που κάποιο άτομο μπορεί να ασπάζεται τον αθεϊσμό. Είναι μία στάση που πάντα ορίζεται από εκείνο προς το οποίο έχουμε χάσει την πίστη μας. Πρόσφατα είχα την ιδέα να μετατρέψω ένα μιμίδιο σε μία έννοια: το μιμίδιο δείχνει μία ανθρώπινη φιγούρα, μάλλον μία γυναίκα, την οποίας βλέπουμε από την μεριά της ομωπλάτης, να σηκώνει ένα δρεπάνι στον ουρανό και να το ενώνει χιαστί με ένα δονητή Hitachi (στη θέση του σφυριού) όπου η λεζάντα γράφει: φεμουννισμός [femmunism]. Οπως και με τον όρο διανυσματικότητα θα μπορούσα να κάνω κάτι και με αυτόν, προτείνοντας ένα τρόπο να σκεφτούμε πέρα από τα αδιέξοδα του κομμουνισμού και του φεμινισμού, όπου ο τελευταίος δεν κατάφερε να αναλογιστεί σε βάθος την τάξη, την φυλή και την τρανς πραγματικότητα.

Πριν σας αφήσω θέλω να σας πω ότι το βιβλίο σας μου φάνηκε σαν ένα ιδανικό εισαγωγικό βιβλίο στον Μαρξισμό. Ασχολείστε με όλα τα σημαντικά ζητήματα του Μαρξισμού, σε διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης αντλώνοντας από διαφορετικές προσεγγίσεις και παραδόσεις. Το βρήκα τόσο ιδανικό για αυτό τον σκοπό που σκεφτόμουν να το γράψω στο οπισθόφυλο. Η διδασκαλία σας είναι βέβαια ανατρεπτική. Υπάρχει αυτό το φοβερό απόσπασμα από το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου σας:

Πήγα και τα παιδιά μου να δουν αυτή την ταινία. Ήθελα να γνωρίζουν κάτι για την αφετηρία και τα κίνητρα μιας δομής συναισθημάτων που βρέθηκα κάποια στιγμή στην ζωή μου να βιώνω πολύ έντονα και στην οποία θα μείνω αλληλέγγυα για το υπόλοιπό της. Ας το παραδεχτούμε, σύντροφα, είμαστε ηττημένα άτομα. Δεν θα υπάρξει καμία δεύτερη ευκαιρία για εμάς. Και το να προσπαθούμε να μένουμε πιστές σε κάτι του οποίου ο κεντρικός μύθος ανήκει στην Ιστορία σημαίνει, άλλωστε, πάντα να το προδίδουμε. Πρέπει να ξεκινήσουμε ξανά από το μηδέν.

MW: Πήγα τα παιδιά μου στο έργο του Ραούλ Πεκ, Ο Νεαρός Καρλ Μαρξ, για να δουν μία ιστορία για τις απαρχές της κουλτούρας από την οποία προερχόμουν και στην οποία θα είμαι αλληλέγγυα μέχρι θανάτου. Δεν θα έλεγα πιστή, όπως λέει ο Μπαντιού, κάτι που απλά μου βρωμάει θεολογία. Αλληλέγγυα, καλύτερα. Αυτό που είναι για μένα ένα σημείο κλειδί στο έργο του Πεκ είναι ότι οι Μαρξ και Ένγκελς άλλαξαν ριζικά την ριζοσπαστική προλεταριακή κουλτούρα. Την συνέδεσαν με την ιστορική της εποχή και την έκαναν ιστορική. Έτσι δεν απευθύνονταν πια στην διαχρονική δικαιοσύνη της τάξης των τεχνητών, αλλά στις ιστορικές πρακτικές της εποχής του βιομηχανικού εργάτη. Ε λοιπόν, μία τέτοια αναθεώρηση πρέπει να γίνει ξανά, όπως λέει ο Ντεμπόρ, από την αρχή.


[1] McKenzie Wark, μετάφραση Νεκτάριος Καλαϊτζής, Ένα μανιφέστο των χάκερ, Αθήνα: Scripta, 2006.

[2] Π.χ. οι πρώτες ελληνικές μεταφράσεις του Κεφαλαίου χρονολογούνται ήδη στο 1929.

[3] Δύο άλλες μεταφράσεις τις λέξεις χυδαίος που συχνά λειτουργούν καλά είναι: άξεστος και αγοραίος.

[4] Ως τέτοιες, οι ερωτήσεις ενίοτε να αντιφάσκουν μεταξύ τους.

[5] Παράβαλε Peter Thiel: Competition is for Losers.

[6] Όπου σπάνη είναι η μετάφραση της λέξης scarcity. Μεταφράζεται και ως έλλειψη ή αποστέρηση, είναι η συνθήκη ενός πράγματος να είναι σπάνιο, ενώ είναι ταυτόχρονα επιθυμητό ή αναγκαίο.

[7] Όπως και τα χωρία 24, 35: https://www.marxists.org/reference/archive/debord/society.htm

[8] Η Αλτουσερική προσέγγιση όπως την αποκαλεί η συγγραφέας – που είναι και ο κύριος τρόπος με τον οποίο το έχω εκτιμήσει ως θεωρητικό έργο.

[9] Τα δεδομένα ως δυνατότητα μπορούν να φανούν ξεκάθαρα στην περίπτωση των προτάσεων «Μήπως εννοείτε…;» του google search: H Google κρατούσε ακατέργαστα δεδομένα από τις αναζητήσεις των χρηστών. Κάποια στιγμή μία μηχανικός διαπίστωσε ότι μπορούσε να εφαρμόσει εύκολα τις τεχνικές μηχανικής μάθησης που γνώριζε έχοντας αυτό το πολύτιμο αγαθό, για να φτιάξει ένα σύστημα προτάσεων: ανίχνευσε πότε κάποιο άτομο έχει βρει αυτό που ψάχνει και φτιάξε ζευγάρια δεδομένων με δοσμένες (λανθασμένες) και αποσκοπούμενες (τελικές) προτάσεις – και άσε την μηχανική μάθηση να κάνει τα υπόλοιπα… Είναι εντυπωσιακό πόση ώρα έψαχνα για να εντοπίσω – αποτυχημένα – αυτό το βίντεο που είχα δει πριν περίπου δύο χρόνια. Έλειπε ακόμα και από το ιστορικό μου, αν και εκείνη την περίοδο προσπαθούσα να μην αφήνω ιστορικό στο youtube σαν πολιτική πράξη, ενώ έπειτα διέγραφα ότι δεν ήθελα να προσέχει – πλέον απλά προτιμώ να με καταγράφει, σημάδια πολλών τεχνο-κοινωνικών προσαρμογών. Ταυτόχρονα οι περισσότερες μου αναζητήσεις στο google για το θέμα (αν και στοχευμένες) κάπως παρέλυπταν ή κάλυπταν την φράση δεδομένα των χρηστών και έτσι και την κλίμακα και την σημασία τους. Εστίαζαν στην τεχνική πτυχή αυτού του έργου – σαν να ήταν προσβάσιμη. Αυτό το μάλλον ατύχες Google bombing και η επιπλέον ανάγκη για γνώσεις SEO μπορεί να ειδωθεί σαν ένα αντίμετρο σε μορφές αντιπρογραμματισμού [counterprogramming] των κυρίαρχων αφηγημάτων και προτεραιοτήτων που ωφελούν το Διάνυσμα.

[10] Βλέπε π.χ. ενισχυτική μάθηση [reinforcement learning] και συγκεκριμένα την έρευνα γύρω από την λεγόμενη μιμητική μάθηση [imitation learning].

[11] Όπως επισημαίνουν μερικοί μαρξιστές η διαφήμιση είναι ένα τελικό και θεμελιώδες μέρος του προτσές παραγωγής (και του αποκαλούμενου salto mortale του εμπορεύματος). Έτσι η βιομηχανία των μίντια αποκτά πυρηνικό ρόλο στην εμπορευματική παραγωγή. H ίδια η εικόνα ενός εμπορεύματος υπερκαθορίζει την παραγωγή του οδηγώντας σε τεχνολογίες που κάνουν κάτι τέτοιο εφικτό και που ανοίγουν νέες δυνατότητες μέσα από αυτή τη νέα μορφή αφαίρεσης. Τρόποι διεπαφής όπως το prompting (βλέπε Stable Diffusion), που σήμερα χρησιμοποιούμε για να «δημιουργήσουμε» και να κατεβάσουμε μία εικόνα της επιλογής μας μπορεί στο μέλλον να χρησιμοποιούνται προκειμένου να παραλαμβάνουμε ένα αντικείμενο «δημιουργημένο από ή για εμάς» στο σπίτι μας. Φανταστείτε έναν προσωπικό ράφτη που του λες τι περίπου θες και στο φτιάχνει. Όπως άλλωστε λέει και η Holly Herndon οι γενικές οδηγίες που δίνουμε κατά την διάρκεια δημιουργικών διαδικασιών (π.χ. αυτό που κάνει η σκηνοθέτης) δεν διαφέρει ιδιαίτερα από το ίδιο το prompting.

[12] Σε όλο και μεγαλύτερες κλίμακες αφαίρεσης.

[13] The Future of Humanity, Yuval Noah Harari, Royal Institute Talk.

*Ο Γιάννης Σιγλίδης είναι διδακτορικός ερευνητής και καλλιτέχνης στον χώρο της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ζει στο Παρίσι.


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ