Την επόμενη Δευτέρα, 13 του Σεπτέμβρη, στις 19.30 στον Κήπο του Νομισματικού Μουσείου, παρουσιάζουν-σχολιάζουν τη νουβέλα επιστημονικής φαντασίας του Γιάνη Βαρουφάκη ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΩΡΑ ο Χριστόφορoς Κάσδαγλης (συγγραφέας) κι η Ηλιάνα Φωκιανάκη (επιμελήτρια εικαστικών τεχνών), μαζί με τον Γιάνη Βαρουφάκη. Την συζήτηση θα συντονίσει η εκδότρια Έλενα Πατάκη.

H επιστημονική φαντασία δεν είναι παρά ένα τέχνασμα για να κατανοούμε καλύτερα το “εδώ και τώρα”. Επιστρατεύει το μέλλον, σκαρφίζεται τεχνολογίες που δεν υπάρχουν ακόμα, και δημιουργεί εναλλακτικά σύμπαντα μόνο και μόνο για να μας δώσει την ευκαιρία να επανεξετάσουμε την κοινωνία μας, το παρόν μας. Όπως κάποτε έγραψε ο Fredric Jameson, “η επιστημονική φαντασία είναι η αρχαιολογία του μέλλοντος”…

Συζητώντας, λοιπόν, την επόμενη Δευτέρα για ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΩΡΑ, θα έχουμε την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε, επιτέλους από κοντά, για το μέγα ζητούμενο:

Αν δεν μας αρέσει ο καπιταλισμός, ποια ελκυστική, ρεαλιστική εναλλακτική έχουμε;

Και πως θα μπορούσε να πραγματωθεί; 

Θα τηρηθούν όλα τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας. Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας για τις θέσεις με τηλεφωνική προκράτηση στα τηλέφωνα 210.36.500.21 – 210.36.500.28.

(Για πιο πολλά περί του βιβλίου πατήστε εδώ)

Δημήτρης Λένης / 30.08.21 / Κοσμοδρόμιο

Ο κύριος παράγοντας που θα καθορίσει τη θέση της Κίνας διεθνώς είναι ο τρόπος που θα εξελιχθούν οι εσωτερικές της αντιθέσεις.

Η Κίνα, έχοντας με γιγαντιαία βήματα μετατρέψει τον εαυτό της σε παγκόσμιο εργοστάσιο τις τελευταίες δεκαετίες, έχει φτάσει να είναι  η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου σε ΑΕΠ μετρημένο σε αγοραστική δύναμη (PPP), πάνω από τις ΗΠΑ (αν και, για την ώρα, είναι πίσω από αυτές σε απόλυτο ΑΕΠ). Επομένως επιθυμεί να ισορροπήσει τις εσωτερικές τάσεις που προκαλεί η μετεωρική της άνοδος με την κεντρική θέση που (θεωρεί πως) της αναλογεί στο διεθνές στερέωμα. Ας μην ξεχνάμε ότι η Κίνα στα κινεζικά λέγεται 中国, Ζονγκ-γκουό, όπου 中=μέση, κέντρο και 国 = κράτος, βασίλειο, άρα Κίνα = Κεντρικό Βασίλειο ή Κράτος στο Κέντρο [υπονοείται: του κόσμου]. Όλα αυτά, μάλιστα, σε μια συγκυρία που η παραδοσιακή υπερδύναμη βρίσκεται σε φανερή παρακμή και αδυναμία να συνεχίσει τον πατροπαράδοτο ρόλο της ως ευγενικού και ανιδιοτελούς εγγυητή της διεθνούς τάξης που όλοι αγαπάμε και σεβόμαστε. Είναι μια εποχή που οι αστάθειες περισσεύουν, τα ανοιχτά ερωτήματα πολλαπλασιάζονται και το μέλλον είναι πιο απρόβλεπτο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή, τουλάχιστον από το 1989 και μετά.

Όπως και νά ‘χει, ο κύριος παράγοντας που θα καθορίσει τη θέση της Κίνας διεθνώς είναι ο τρόπος που θα εξελιχθούν οι εσωτερικές της αντιθέσεις και για μια χώρα με τα χαρακτηριστικά της Κίνας, αυτές έχουν να κάνουν με τον τρόπο που διαρθρώνονται οι ανισότητες, καθώς και με τον τρόπο που ελέγχεται από το κράτος (δηλαδή το Κόμμα) η βιομηχανική παραγωγή, η έρευνα και τεχνολογία.

Το Πενταετές του Σι Τζιν-πίνγκ και τα 100 έτη του ΚΚ

Η μετεπαναστατική Κίνα λειτουργεί, όπως κάθε άλλη σοσιαλιστική, κεντρικά σχεδιασμένη, οικονομία, στο πλαίσιο των 5ετών πλάνων (五年计划Wǔnián Jìhuà) που ρυθμίζουν κάθε λεπτομέρεια στην οικονομική (και πολιτική) δραστηριότητα της χώρας. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στο 14ο 5ετές το οποίο μπορείτε να το βρείτε εδώ στην εκλεπτυσμένη μανδαρίνικη, αν μπορείτε να διαβάσετε 中文 (κινεζικά)· για εμάς τους άτυχους που μιλάμε μόνο την Αγγλική,  υπάρχει άψογα μεταφρασμένο στη θλιβερά βαρβαρική αυτή γλώσσα της μακρινής δύσης.  Ο τίτλος του είναι “14ο 5ετές Πλάνο (2021-2025) για την Εθνική και Κοινωνική Ανάπτυξη και Όραμα 2035, για τη ΛΔ Κίνας”.

Το 5ετές αυτό πλάνο επιμελήθηκαν ο αναπληρωτής υπεύθυνος της Επιτροπής Οικονομικών Χαν Βεν-ξιού μαζί με τον Πρόεδρο Σι Τζιν-πίνγκ αυτοπροσώπως. Εγκρίθηκε (αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς) από την ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΚ τον Οκτώβριο του 2020, προλαβαίνοντας έτσι να ενσωματώσει και τις επιπτώσεις της πανδημίας. Οι στόχοι που  θέτει είναι ταυτόχρονα μετριοπαθείς και μεγαλειώδεις:

Είναι ενδιαφέρουσα και διδακτική η ιστορία του όρου “μετρίως ευημερούσα κοινωνία” (小康 Σιάοκάνγκ) που εμφανίζεται στην αρχή του 5ετούς. Τον όρο τον χρησιμοποίησε τον περασμένο Μάιο, στον πανηγυρικό λόγο που εκφώνησε ο Σι Τζι-πίνγκ μπροστά σε ενθουσιώδη πλήθη, στην πλατεία Τιέν Αν Μεν (天安门, Πύλη της Ουράνιας Γαλήνης) επ’ ευκαιρία των 100 χρόνων του ΚΚ. Αλλά πρώτος τον είχε χρησιμοποιήσει ο (το μαντέψατε) Ντενγκ Σιάο-πίνγκ το 1979 στο πλαίσιο των 4 εκσυγχρονισμών  (γεωργία, βιομηχανία, άμυνα, επιστήμη και τεχνολογία), δηλαδή των πολιτικών ανοίγματος στον καπιταλισμό που αυτός εισήγαγε.

Οι 4 εκσυγχρονισμοί είναι πολιτική βαθιά δεμένη με την ιστορία του κόμματος: Πρώτη φορά είχαν ακουστεί το 1963, πάλι από τον Ντενγκ· η εφαρμογή τους όμως σταμάτησε από την Πολιτιστική Επανάσταση (που ειρωνικά καταδίκαζε τα “4 παλιά”, παλιές ιδέες, παλιό πολιτισμό, παλιές συνήθειες, παλιά έθιμα). Η τελευταία, αφού έστειλε τον Ντενγκ σε στρατόπεδο αναμόρφωσης, αντί για τους “4 εκσυγχρονισμούς” προτίμησε να εφαρμόσει την πολιτική του «σιδερένιου μπολ με ρύζι», τη διαβεβαίωση δηλαδή ότι όλοι οι Κινέζοι, ανεξάρτητα από θέση, τάξη και καταγωγή, θα έχουν ένα πιάτο φαΐ, μόνιμη εργασία και στοιχειώδεις κοινωνικές παροχές.

Όταν η Πολιτιστική Επανάσταση τέλειωσε και ο Ντενγκ ξαναγύρισε, οι “4 εκσυγχρονισμοί” έγιναν, αυτή τη φορά κανονικά, η επίσημη πολιτική. Μαζί τους καταργήθηκε και η πολιτική του σιδερένιου μπολ, για να αντικατασταθεί από τον στόχο της Σιάοκάνγκ, της «μετρίως ευημερούσας κοινωνίας». Η επιλογή του όρου δεν ήταν τυχαία, αφού αυτός έχει την καταγωγή του στην αρχαία κινεζική λογοτεχνική παράδοση που συνδέεται με το όνομα του (μισητού από την Πολιτιστική Επανάσταση, αφού εκπροσωπούσε το αρχαίο καταπιεστικό καθεστώς) Κομφούκιου. Κάθε κοινωνική παροχή (υγεία, συντάξεις κλπ) καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την σύνδεση αμοιβής και παραγωγικότητας και την ταχύτατη αύξηση των μισθών που ακολούθησε (γιατί πράγματι οι μισθοί άρχισαν να αυξάνονται ταχύτατα μαζί με την απίστευτα γρήγορη εκβιομηχάνιση της χώρας). Αυτό όμως είχε κι ένα οικονομικό κόστος: οι Κινέζοι αντί να καταναλώνουν, ήταν υποχρεωμένοι να κρατάνε ένα μεγάλο μέρος των μισθών τους είτε για να αντιμετωπίσουν τυχόν πρόβλημα υγείας (αφού η περίθαλψη έπαψε να είναι δωρεάν) ή για να προσφέρουν εκπαίδευση στο παιδί τους κλπ. Ακόμα και σήμερα, το ποσοστό της κατανάλωσης στο ΑΕΠ είναι κάτω από το 40% όταν στην ΕΕ είναι στο 50%, στις ΗΠΑ 69%, στην Ν. Κορέα 48% αλλά και στο Χονγκ Κονγκ 69%. Το νούμερο είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον, αν δούμε ότι τη δεκαετία του 70 ήταν πάνω από το 50% ενώ είχε και μια πολύ απότομη πτώση από το 45% στο 25% τη δεκαετία του 2000 (περίοδο δηλαδή που οι μισθοί είδαν πραγματική και σημαντική αύξηση).

Παρένθεση: Η επιλογή του αριθμού 4 για όλες αυτές τις πολιτικές δεν είναι τυχαία: το 4, όντας ομόηχο με τη λέξη για τον θάνατο, είναι το πιο “άτυχο” νούμερο για τους (ιδιαίτερα προληπτικούς) λαούς της Σινοσφαίρας, κάτι σαν το δικό μας 13. Το κόμμα επιλέγοντας τετράδες από πολιτικές επιδεικνύει την αδιαφορία του για τις προλήψεις. Για την ώρα, η τελευταία προσθήκη σε αυτή την ατέλειωτη σειρά τετράδων οφείλεται στον Σι Τζιν-πίνγκ, ο οποίος έχοντας διαβλέψει το τέλος των 4 εκσυγχρονισμών, επινόησε και επέβαλε την 4πλή Συνολική Στρατηγική, που είναι :

1 (一) το Συνολικό (ή σφαιρικό, από όλες τις πλευρές) χτίσιμο μιας κοινωνίας Σιάοκάνγκ,

2 (二) το σφαιρικό βάθεμα των μεταρρυθμίσεων,

3 (三) η συνολική διακυβέρνηση της χώρας σύμφωνα με τον νόμο και

4 (四) η συνολική και αυστηρή διακυβέρνηση του κόμματος (και η καταπολέμηση της διαφθοράς).

Από το πρώτο σημείο επομένως κατανοούμε και το γιατί η Κίνα ανακηρύχθηκε όχι απλώς “μετρίως ευημερούσα κοινωνία” αλλά “συνολικά μετρίως ευημερούσα κοινωνία”: Όταν τον Μάιο, ο Σι, φορώντας μάλιστα όχι δυτικό κοστούμι, αλλά την τυπική παλιά στολή του στελέχους της μαοϊκής εποχής (με το στρογγυλό γιακαδάκι «Mάο»), εξήγησε ότι η Κίνα είναι πλέον σφαιρικά Σιάοκάνγκ και ο στόχος είναι ο σοσιαλιστικός εκσυγχρονισμός, ήταν σαν να εκτελεί ένα περίπλοκο σημασιολογικό χορευτικό στο οποίο μπερδεύονται ο Μάο και ο Ντενγκ, ο σοσιαλισμός και ο καπιταλισμός, το παρελθόν και το μέλλον, ο μετασχηματισμός της Κινέζικης κοινωνίας και οι διεθνείς ανταγωνισμοί, οι 4 εκσυγχρονισμοί, τα 4 Συνολικά, ο Κομφούκιος και η σκέψη Σι Τζιν-πινγκ. Για να γίνει το χορευτικό αυτό ακόμα πιο περίπλοκο, να διευκρινίσουμε ότι ο Σι ο ίδιος δεν είναι κομφουκιανιστής αλλά λεγκαλιστής (η αρχαία φιλοσοφική παράδοση που προτιμούν οι μαοϊκοί, επειδή οι λεγκαλιστές ήταν πρόδρομοι του υλισμού). Το σημείο 3 (η διακυβέρνηση σύμφωνα με το νόμο) είναι απλώς τσιτάτο του Χαν Φέι από τον 3ο αιώνα π. Χ.:  依法治国 Γι φα ζι γκουό, “ Κυβέρνα το Κράτος Υπακούοντας στο Νόμο”.

Αλλά η διάκριση λεγκαλισμού και κομφουκιανισμού είναι αντικείμενο που ξεφεύγει ίσως λίγο από τα περιθώρια ενός άρθρου…

Ο “Διωγμός” των τεχνο-κολοσσών

Το πλάνο επομένως έχει ήδη αρχίσει να εφαρμόζεται με μεγάλη ακρίβεια. Μια πλευρά της εφαρμογής του, που αφορά την αύξηση του ελέγχου πάνω στο κεφάλαιο και τους τεχνολογικούς τομείς, έχει γενικά ερμηνευτεί στη Δύση ως σοσιαλιστικός διωγμός των επιχειρήσεων, αν και βέβαια τα πράγματα είναι μάλλον πιο περίπλοκα.

Οι Κινεζικές αρχές μέσα στους τελευταίους λίγους μήνες απαξίωσαν πάνω από 1 τρις δολάρια χρηματιστηριακής αξίας Κινεζικών κολοσσών σε Κινεζικά και Αμερικανικά χρηματιστήρια. Ξεκινώντας με τον Jack Ma, ιδιοκτήτη του Ant Group, του αντίστοιχου της Amazon στην Άπω Ανατολή, συνεχίζοντας με την παρέμβαση στην εγγραφή της Didi Global στην Ν. Υόρκη, απαξιώνοντας τουλάχιστον 100 δις του αχανούς και εισηγμένου στο χρηματιστήριο φροντιστηριακού κλάδου, και καταλήγοντας με την Tencent Holdings, το αντίστοιχο της Facebook στην Κίνα, το κόμμα έχει συμπεριφερθεί ως ταύρος σε υαλοπωλείο, με αποτέλεσμα πολλοί δυτικοί, που ήταν μέχρι πρόσφατα “ταύροι” ως προς τα κινεζικά χαρτιά, να έχουν μετατραπεί πλέον σε “αρκούδες”.

Εδώ όμως θα πρέπει να θυμηθούμε ότι όλα αυτά τα κινεζικά μονοπώλια δημιουργήθηκαν με την βοήθεια και παρότρυνση του κράτους. Γιατί το κινεζικό κράτος απαγόρευσε στους δυτικούς κολοσσούς την είσοδο στο κινεζικό έδαφος, ελέγχοντας πλήρως και τελικά διώχνοντας κάθε πλευρά της λειτουργίας της Google, της Facebook και της Amazon, αφήνοντας έτσι χώρο στις Κινεζικές αντίστοιχες εταιρίες να αναπτυχθούν. Επομένως είναι και υπεύθυνο για την κανονικοποίησή τους και τον περιορισμό τους όταν ξεπερνάνε τα όρια, κάτι που στη δύση δεν γίνεται ποτέ, ακόμα κι όταν χρειάζεται (γιατί είναι προφανές ότι η μονοπωλιακή θέση των εταιριών αυτών είναι πλέον βλαπτική για την εν γένει κυκλοφορία του κεφαλαίου και την εξέλιξη του κλάδου). Επομένως υπάρχει μέθοδος στην τρέλα.

Έτσι παρατηρούμε ότι, τουλάχιστον για την ώρα, οι παρεμβάσεις του κράτους δεν είναι γενικά και αόριστα κατά του μεγάλου κεφαλαίου αλλά έχει συγκεκριμένους στόχους, σε τομείς που παραδοσιακά το Κόμμα θα τους θεωρούσε (και όχι εντελώς αβάσιμα) ως παρασιτικούς. Γιατί τι άλλο είναι οι εταιρίες κοινωνικών μέσων που το εμπορικό τους μοντέλο είναι η μετατροπή του χρήστη σε εμπόρευμα προς πώληση σε διαφημιστικές εταιρίες; Πώς αλλιώς μπορούν να χαρακτηριστούν εταιρίες που, προκειμένου να αυξήσουν το μερίδιο της διαφημιστικής αγοράς, δρουν είτε ως θάλαμοι αντήχησης (echo chambers) χασομεριού και απώλειας παραγωγικότητας είτε, ακόμα χειρότερα, ως εκκολαπτήρια ακροδεξιών, μισανθρωπικών και γενικά απαράδεκτων απόψεων; Η απώλεια χρήσιμου χρόνου μεγεθύνεται και από το γεγονός ότι οι πλατφόρμες αυτές είναι και οι κύριοι πάροχοι βιντεοπαιχνιδιών στην Κίνα, ειδικά σε μαθητές και φοιτητές – εξ ου και η μαρξιστικών αναφορών κατηγορία για αυτά ότι είναι “πνευματικό όπιο”.

Για να μείνουμε στους μαθητές, πώς αλλιώς, εκτός από παρασιτική, θα χαρακτηρίζαμε τη βιομηχανία φροντιστηρίων; Πρόκειται για έναν τομέα που, στην Ελλάδα, αναπτύχθηκε στη βάση της σχεδιασμένης απαξίωσης του δημόσιου σχολείου και της διαρθρωμένης γύρω από τις εξετάσεις μορφή του, ενώ δεν θα είχε καμία απολύτως πραγματική θέση στην εκπαίδευση αν το σχολείο λειτουργούσε στοιχειωδώς σωστά. Κάπως ανάλογα, στην Κίνα το πρόβλημα υπάρχει λόγω του γκάοκάο (高考) του εκπληκτικά αυστηρού συστήματος εισόδου στα πανεπιστήμια, των «Παν-κινεζικών» Εξετάσεων, θα μπορούσαμε να πούμε.  Στην Κίνα αυτήν τη στιγμή λειτουργούν μερικά από τα πιο «καλά», σύμφωνα με τα τρέχοντα αγοραία κριτήρια, πανεπιστήμια του κόσμου. Η είσοδος σε ένα από αυτά σημαίνει σίγουρη κοινωνική άνοδο. Επομένως τα παιδιά υφίστανται τεράστια πίεση για καλά αποτελέσματα στο γκάοκάο, ενώ οι γονείς δίνουν ένα πολύ σημαντικό τμήμα του εισοδήματός τους προκειμένου το παιδί τους να γίνει ανταγωνιστικό. Ήταν τέτοια η επιτυχία των ιδιωτικών σχολείων και φροντιστηρίων τα τελευταία χρόνια, που η κύρια πηγή εισοδήματός τους έχει γενικά πάψει να είναι τα μαθήματα καθαυτά και έχει γίνει η επένδυση των κερδών τους στο real estate (όντας σημαντικός παράγοντας της τεράστιας και μη βιώσιμης αύξησης των τιμών ακινήτων πέρα από τις δυνατότητες των λαϊκών οικογενειών) και το χρηματιστήριο. Ήταν προφανές ότι το κράτος έπρεπε να παρέμβει.

Κάτι που έπρεπε να γίνει και για τα κρυπτονομίσματα. Η Κίνα μέχρι τον Απρίλιο ήταν η παγκόσμια πρωτεύουσα «εξόρυξης» κρυπτονομισμάτων, μιας παρασιτικής δραστηριότητας που καταναλώνει τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας (στην Κίνα αυτή είναι φτηνή, αφού σε μεγάλο βαθμό παράγεται από άνθρακα). Μετά από κεντρική παρέμβαση και εκκαθάριση των σχετικών εταιριών, αυτή τη στιγμή δεν βγαίνουν πια bitcoin στην Κίνα.

Η Didi τώρα, είναι το αντίστοιχο της Uber – και μάλιστα με την τρομερά επιθετική της ανάπτυξη υποχρέωσε την τελευταία σε ταπεινωτική αποχώρηση από την Κινεζική αγορά. Οι δυτικοί αναλυτές ισχυρίζονται ότι ο λόγος που την περιόρισε η κυβέρνηση ήταν ότι η δημόσια προσφορά μετοχών της στο χρηματιστήριο της Ν. Υόρκης, θα αποκάλυπτε κινεζικά μυστικά, όπως για παράδειγμα τους χάρτες της Didi που έχουν στρατιωτικές και κρατικές εγκαταστάσεις κλπ. Ίσως· πολύ πιο πιθανό όμως φαίνεται να είναι ότι το μοντέλο του διαμοιρασμού αυτοκινήτων της Didi (και της Uber) είναι από καπιταλιστική σκοπιά εντελώς μη βιώσιμο. Δεν υπάρχει κανένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε αυτό το μοντέλο (γεγονός που φαίνεται και από το ότι δεν υπάρχουν πολυεθνικές ταξί: ακόμα και στην Αμερική οι εταιρίες ταξί είναι τοπικές, σε επίπεδο πόλης). Ακόμα περισσότερο, δεν υπάρχει καμία νέα τεχνολογία στο Uber (είναι κατά βάση μια απλούστατη εφαρμογή). Απόδειξη: η Uber χάνει δισεκατομμύρια κάθε χρόνο εδώ και 11 συναπτά έτη προκειμένου απλώς να χρηματοδοτήσει την επέκτασή της.  H Didi, στην δημόσια προσφορά της, ανακοίνωσε καθαρές απώλειες $2.3 δις  το 2018, $1.5 δις το 2019 και $1.6 δις το 2020.

Πρόκειται, επομένως, για εταιρίες που επιβιώνουν πλουσιοπάροχα “καίγοντας” υπερβάλλουσα ρευστότητα προερχόμενη από χρηματιστηριακά κεφάλαια που σε αυτήν την “τεχνολογική” εποχή δεν βρίσκουν άλλους τομείς άξιους κερδοφορίας για να επενδυθούν εκεί (και αυτό ακριβώς επειδή η εποχή μας δεν είναι τόσο τεχνολογικά προηγμένη όσο αυτάρεσκα ισχυρίζεται για τον εαυτό της). Το περίεργο δεν είναι που παρενέβησαν οι κινεζικές αρχές, αλλά το γιατί δεν παρεμβαίνουν οι Αμερικανικές τόσα χρόνια, μετά από τόσα δις συνεχείς απώλειες.

Τέλος, ακόμα και σε τομείς που υπάρχει από οικονομική-καπιταλιστική σκοπιά σαφής λογική στην ύπαρξή τους, είχαν αρχίσει να εμφανίζονται σημάδια “απείθειας” και παρασιτισμού. Γιατί οι εμπορικές ιντερνετικές υπηρεσίες προσφέρουν ένα πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, κάτι που έχει χρησιμοποιήσει η Amazon (και η κινεζική Ant Group) για να μειώσει τις τιμές και να διώξει τους παραδοσιακούς εμπόρους από την αγορά, κάτι που δεν είναι κακό από την πλευρά του κεφαλαίου (οι χιλιάδες εργαζόμενοι που χάνουν τις δουλειές τους ή πρέπει να δουλεύουν νυχθημερόν για ψίχουλα ίσως να έχουν λίγο διαφορετική γνώμη). Όμως ο Jack Ma ήθελε να έχει λόγο ως προς την διαμόρφωση της γενικής πολιτικής όπως επίσης πλήρη απελευθέρωση των διαφημιστικών υπηρεσιών και αναμόρφωση του τραπεζικού συστήματος. Το κόμμα έχει επίγνωση ότι μια βασική αδυναμία της οικονομίας είναι οι τράπεζές της οι οποίες δεν έχουν καμία διεθνή παρουσία. Αλλά δεν είναι ο Jack Ma αυτός που θα λύσει το πρόβλημα αυτό. Το κόμμα τού είπε να ηρεμήσει και να κάτσει στα αβγά του. Έχουμε να ακούσουμε γι’ αυτόν από τότε.

Το μέλλον είναι δυσανάγνωστο…

Οι παρεμβάσεις του κόμματος επομένως είναι συστηματικές και σε συμφωνία με τις αρχές του 5ετούς. Δεν έχουμε ως τώρα ένδειξη ότι το κράτος θα περιορίσει τις δραστηριότητες πραγματικά τεχνολογικών εταιριών -το αντίθετο. Αν μάλιστα τα πρόσφατα νέα ότι ο Κινέζικος κλάδος του γίγαντα των επεξεργαστών ARM (το κινητό σας τέτοιον επεξεργαστή έχει στο εσωτερικό του) αυτονομήθηκε εντελώς αυθαίρετα και αρχίζει να πουλάει πνευματική ιδιοκτησία της πρώην μητρικής εταιρίας όντως ισχύουν (κάτι, ωστόσο, αρκετό δύσκολο να γίνει πιστευτό), θα έχουμε μια ένδειξη ότι το κόμμα είναι διατεθειμένο να κάνει τα στραβά μάτια σε «μικρο-παρατυπίες» σαν αυτή προκειμένου να βελτιώσει την «εσωτερική κυκλοφορία».

Αν κάτι ακόμα περιμένουμε είναι στο επόμενο διάστημα να δούμε μια ορισμένη αυστηροποίηση των κανονισμών εργασίας. Η απόφαση της 26/8 του ανώτατου δικαστηρίου για την αντισυνταγματικότητα του συστήματος 996 (9 πμ ως 9 μμ 6 μέρες την εβδομάδα), ενός ωραρίου που είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο σε όλες τις «τεχνολογικές» επιχειρήσεις που εξετάσαμε ως τώρα, είναι ένα δείγμα σε αυτή την κατεύθυνση.

Φαίνεται ότι, με βάση και τις αρχές του 5ετούς, καθώς και τις προόδους στην παραγωγικότητα της εργασίας στη χώρα, η ηγεσία του κόμματος σκοπεύει να επαναφέρει ένα ορισμένο κομμάτι του «σιδερένιου μπολ με ρύζι» που είχε εξαφανιστεί τα τελευταία χρόνια. Και αυτό, σε συνδυασμό με μια σκληρά ελεγχόμενη κεντρικά κοινωνία, γεγονός που διευκολύνεται από την ευρύτατη εφαρμογή κοινωνικών τεχνικών ελέγχου. Στην Κίνα τα μετρητά έχουν πρακτικά καταργηθεί, το 5G είναι ήδη εφαρμοσμένο, οι πληρωμές και η ταυτοποίηση γίνονται παντού με αναγνώριση προσώπου (και όχι με κάρτες, τηλέφωνα και άλλα ξεπερασμένα συστήματα). Το αποτέλεσμα είναι φυσικά και μια ιδιαίτερη ευκολία στην εφαρμογή των λοκντάουν, όπως και η άμεση ιχνηλάτηση των μολυσμένων από ιό επαφών, αλλά και η πλήρης και συνεχής καταγραφή των κινήσεων όλων ανεξαιρέτως.

Το μοντέλο που φαίνεται να προκρίνεται είναι ένα είδος μετα-σταλινικής κοινωνίας ελέγχου, το οποίο όμως διαθέτει από τη μία μηχανισμούς μεταφοράς της λαϊκής δυσαρέσκειας (οι Κινέζοι, παρά τα λεγόμενα στη δύση ψηφίζουν πολύ συχνά, ενώ το Κόμμα είναι ένας αποτελεσματικότατος μηχανισμός μετάδοσης των λαϊκών αιτημάτων προς τα πάνω) και από την άλλη υπόσχεται μέχρι το 2035 να εγγυάται κοινωνικές παροχές αδιανόητες σήμερα.

Είναι ένα πλάνο εφαρμόσιμο; Έχουμε πολύ σοβαρούς λόγους να αμφιβάλλουμε. Η Κίνα δεν είναι ακόμα μια χώρα του ιμπεριαλιστικού κέντρου. Το πλάνο προβλέπει εν πολλοίς την μετατροπή της σε τέτοια. Δύο είναι τα επακόλουθα μιας τέτοιας πορείας. Πρώτον, είναι αδύνατο η Κίνα να ανέβει επίπεδο χωρίς πραγματική σύγκρουση με τον ως τώρα επικεφαλής της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Και δεύτερο, παρά τις διακηρύξεις του πλάνου για πράσινη ανάπτυξη και σεβασμό στο περιβάλλον, είναι απολύτως βέβαιο ότι η μετατροπή της Κίνας σε «μεσαία αναπτυγμένη» χώρα θα σημάνει την σε αβίωτο βαθμό αύξηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου (αφού δεν υπάρχουν ακόμα τεχνολογίες, που να μπορούν να υποστηρίξουν τέτοια άνοδο τόσο γρήγορα, άλλες από τα ορυκτά καύσιμα).

Επομένως, όπως παρατηρεί και ο Minqi Li, τρία είναι τα πιθανά σενάρια: Το πρώτο είναι η άνοδος της Κίνας να απελευθερώσει στο εσωτερικό της κρισιακές δυναμικές, οι οποίες δρώντας διαλυτικά, θα καθηλώσουν τη χώρα σε ένα επίπεδο όχι υψηλότερο από το σημερινό.

Δεύτερο, η Κίνα να συνεχίσει να ανεβαίνει στην διεθνή ιεραρχία. Κάτι τέτοιο όμως σημαίνει ότι αυτή θα πρέπει να χρησιμοποιεί όλο και περισσότερους πόρους από χώρες της περιφέρειας (Αφρική, Ασία, Λατ. Αμερική) με όλο και χειρότερους όρους, εξάγοντας έτσι σε αυτές διαλυτικές δυναμικές. Σε συνδυασμό με τον διεθνή ανταγωνισμό για ενεργειακές πηγές και την κλιματική αλλαγή, θα έχουμε επαναστατικές αλλαγές, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Τέλος, το χειρότερο δυνατό ενδεχόμενο είναι η Κίνα να τα καταφέρει και να πλησιάσει το ιμπεριαλιστικό κέντρο. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είναι καταστροφικό, γιατί το λιγότερο που θα σήμαινε θα ήταν σημαντική αύξηση κατανάλωσης πόρων (άρα σοβαρή επιτάχυνση του φαινομένου του θερμοκηπίου) μαζί με καταστροφική υπερκεμετάλλευση των χωρών της περιφέρειας μπαίνοντας βαθιά στην περιοχή των μη αναστρέψιμων επικίνδυνων αλλαγών.

Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή που οι μέθοδοι “ανάπτυξης” του παρελθόντος δεν ισχύουν πια. Μπορούμε άραγε να ελπίσουμε ότι ο Σι Τζιν-πινγκ και η ηγεσία του ΚΚ θα πάρουν στα σοβαρά αυτό που είπε ο αγαπημένος τους Χαν Φέι πριν σχεδόν 2500 χρόνια και που ακούγεται παράδοξα μαοϊκό: “Αυτό που ήταν κατάλληλο για τους παλιούς ηγεμόνες δεν είναι κατάλληλο για τους σημερινούς ηγέτες”; 

Βέβαια μπορούμε· η ελπίδα άλλωστε πεθαίνει, δυστυχώς, τελευταία.

Nancy Lindisfarne & Jonathan Neale, “Afghanistan: The End of the Occupation”, 17 Αυγούστου 2021, μετάφραση: www.elaliberta.gr

Πολλές ανοησίες για το Αφγανιστάν γράφονται στη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι περισσότερες από αυτές τις ανοησίες αποκρύπτουν μια σειρά από σημαντικές αλήθειες.

Πρώτον, οι Ταλιμπάν νίκησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Δεύτερον, οι Ταλιμπάν νίκησαν επειδή έχουν μεγαλύτερη λαϊκή υποστήριξη.

Τρίτον, αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι περισσότεροι Αφγανοί αγαπούν τους Ταλιμπάν. Είναι επειδή η αμερικανική κατοχή ήταν αφόρητα σκληρή και διεφθαρμένη.

Τέταρτον, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας έχει επίσης ηττηθεί πολιτικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πλειοψηφία των Αμερικανών είναι πλέον υπέρ της απόσυρσης από το Αφγανιστάν και κατά οποιουδήποτε άλλου πολέμου στο εξωτερικό.

Πέμπτον, πρόκειται για ένα σημείο καμπής στην παγκόσμια ιστορία. Η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο ηττήθηκε από τον λαό μιας μικρής, απελπιστικά φτωχής χώρας. Αυτό θα αποδυναμώσει τη δύναμη της αμερικανικής αυτοκρατορίας σε όλο τον κόσμο.

Έκτον, η ρητορική της σωτηρίας των Αφγανών γυναικών χρησιμοποιήθηκε ευρέως για να δικαιολογήσει την κατοχή, και πολλές φεμινίστριες στο Αφγανιστάν έχουν επιλέξει την πλευρά της κατοχής. Το αποτέλεσμα είναι μια τραγωδία για τον φεμινισμό.

Αυτό το άρθρο εξηγεί αυτά τα σημεία. Επειδή πρόκειται για ένα σύντομο άρθρο, ισχυριζόμαστε περισσότερα από όσα αποδεικνύουμε. Αλλά έχουμε γράψει πολλά για το φύλο, την πολιτική και τον πόλεμο στο Αφγανιστάν από τότε που κάναμε επιτόπια έρευνα εκεί ως ανθρωπολόγοι πριν από σχεδόν πενήντα χρόνια. Δίνουμε παραπομπές για μεγάλο μέρος αυτής της εργασίας στο τέλος αυτού του άρθρου, ώστε να μπορείτε να εξερευνήσετε τα επιχειρήματά μας με περισσότερες λεπτομέρειες1.

Μια στρατιωτική νίκη

Πρόκειται για μια στρατιωτική και πολιτική νίκη των Ταλιμπάν. Είναι μια στρατιωτική νίκη επειδή οι Ταλιμπάν κέρδισαν τον πόλεμο. Εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια οι αφγανικές κυβερνητικές δυνάμεις –ο εθνικός στρατός και η αστυνομία– έχουν κάθε μήνα περισσότερους νεκρούς και τραυματίες από όσους στρατολογούν. Έτσι, οι δυνάμεις αυτές συρρικνώνονται.

Τα τελευταία δέκα χρόνια οι Ταλιμπάν έχουν θέσει υπό τον έλεγχό τους όλο και περισσότερα χωριά και ορισμένες πόλεις. Τις τελευταίες δώδεκα ημέρες κατέλαβαν όλες τις πόλεις.

Αυτό δεν ήταν μια αστραπιαία προέλαση μέσα από τις πόλεις και μετά στην Καμπούλ. Οι άνθρωποι που κατέλαβαν κάθε πόλη βρίσκονταν εδώ και καιρό στην περιοχή, στα χωριά, περιμένοντας τη στιγμή. Το κρίσιμο είναι ότι σε όλο το βορρά οι Ταλιμπάν στρατολογούσαν σταθερά Τατζίκους, Ουζμπέκους και Άραβες.

Αυτή είναι επίσης μια πολιτική νίκη για τους Ταλιμπάν. Κανένα αντάρτικο στη γη δεν μπορεί να κερδίσει τέτοιες νίκες χωρίς λαϊκή υποστήριξη.

Αλλά ίσως η υποστήριξη δεν είναι η σωστή λέξη. Είναι περισσότερο ότι οι Αφγανοί έπρεπε να επιλέξουν πλευρά. Και περισσότεροι Αφγανοί επέλεξαν να πάρουν το μέρος των Ταλιμπάν απ’ όσους επέλεξαν τους Αμερικανούς κατακτητές. Όχι όλοι, αλλά περισσότεροι.

Επίσης, περισσότεροι Αφγανοί έχουν επιλέξει να συνταχθούν με τους Ταλιμπάν παρά με την αφγανική κυβέρνηση του προέδρου Άσραφ Γάνι. Και πάλι, όχι όλοι, αλλά περισσότεροι από όσους υποστηρίζουν τον Γάνι. Και περισσότεροι Αφγανοί έχουν επιλέξει να συνταχθούν με τους Ταλιμπάν παρά με τους παλιούς πολέμαρχους. Η ήττα του Ντόστουμ στο Σεμπεργκάν και του Ισμαήλ Χαν στη Χεράτ είναι μια τρανταχτή απόδειξη γι’ αυτό.

Οι Ταλιμπάν του 2001 ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία Παστούν και η πολιτική τους ήταν σοβινιστική υπέρ των Παστούν. Το 2021 μαχητές των Ταλιμπάν πολλών εθνοτήτων κατέλαβαν την εξουσία σε περιοχές όπου κυριαρχούν οι Ουζμπέκοι και οι Τατζίκοι.

Η σημαντική εξαίρεση είναι οι περιοχές που κυριαρχούνται από τους Χαζάρους στα κεντρικά βουνά. Θα επανέλθουμε σε αυτή την εξαίρεση.

Φυσικά, δεν έχουν επιλέξει όλοι οι Αφγανοί να συνταχθούν με τους Ταλιμπάν. Πρόκειται για έναν πόλεμο κατά των ξένων εισβολέων, αλλά και για έναν εμφύλιο πόλεμο. Πολλοί έχουν πολεμήσει για τους Αμερικανούς, την κυβέρνηση ή τους πολέμαρχους. Πολλοί περισσότεροι έχουν κάνει συμβιβασμούς και με τις δύο πλευρές για να επιβιώσουν. Και πολλοί άλλοι δεν ήταν σίγουροι για το ποια πλευρά να πάρουν και περιμένουν με διαφορετικά μίγματα φόβου και ελπίδας να δουν τι θα συμβεί.

Επειδή πρόκειται για μια στρατιωτική ήττα της αμερικανικής ισχύος, οι εκκλήσεις προς τον Μπάιντεν να κάνει αυτό ή εκείνο είναι απλώς ανόητες. Αν τα αμερικανικά στρατεύματα είχαν παραμείνει στο Αφγανιστάν, θα έπρεπε να παραδοθούν ή να πεθάνουν. Αυτό θα ήταν μια ακόμη χειρότερη ταπείνωση για την αμερικανική ισχύ από την τρέχουσα πανωλεθρία. Ο Μπάιντεν, όπως και ο Τραμπ πριν από αυτόν, δεν είχε άλλες επιλογές.

Γιατί τόσοι πολλοί Αφγανοί επέλεξαν τους Ταλιμπάν

Το γεγονός ότι περισσότεροι άνθρωποι επέλεξαν τους Ταλιμπάν δεν σημαίνει ότι οι περισσότεροι Αφγανοί υποστηρίζουν απαραίτητα τους Ταλιμπάν. Σημαίνει ότι δεδομένων των περιορισμένων διαθέσιμων επιλογών, αυτή είναι η επιλογή που έκαναν. Γιατί;

Η σύντομη απάντηση είναι ότι οι Ταλιμπάν είναι η μόνη σημαντική πολιτική οργάνωση που πολεμά την αμερικανική κατοχή, και οι περισσότεροι Αφγανοί έχουν μισήσει αυτή την κατοχή.

Δεν ήταν πάντα έτσι. Οι ΗΠΑ έστειλαν για πρώτη φορά βομβαρδιστικά αεροπλάνα και λίγα στρατεύματα στο Αφγανιστάν ένα μήνα μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Οι ΗΠΑ υποστηρίχθηκαν από τις δυνάμεις της Βόρειας Συμμαχίας, ενός συνασπισμού μη-Παστούν πολέμαρχων στο βόρειο τμήμα της χώρας. Όμως οι στρατιώτες και οι ηγέτες της Συμμαχίας δεν ήταν πραγματικά έτοιμοι να πολεμήσουν στο πλευρό των Αμερικανών. Δεδομένης της μακράς ιστορίας της αφγανικής αντίστασης στην ξένη εισβολή, με πιο πρόσφατη τη ρωσική κατοχή από το 1980 έως το 1987, αυτό θα ήταν απλά πολύ ντροπιαστικό.

Από την άλλη πλευρά, όμως, σχεδόν κανείς δεν ήταν έτοιμος να πολεμήσει για να υπερασπιστεί την τότε κυβέρνηση των Ταλιμπάν. Τα στρατεύματα της Βόρειας Συμμαχίας και των Ταλιμπάν βρέθηκαν αντιμέτωπα σε έναν ψευδοπόλεμο. Στη συνέχεια οι ΗΠΑ, οι Βρετανοί και οι ξένοι σύμμαχοί τους άρχισαν να βομβαρδίζουν.

Ο πακιστανικός στρατός και οι υπηρεσίες πληροφοριών διαπραγματεύτηκαν τον τερματισμό του αδιεξόδου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να αναλάβουν την εξουσία στην Καμπούλ και να εγκαταστήσουν έναν πρόεδρο της επιλογής τους. Σε αντάλλαγμα, οι ηγέτες των Ταλιμπάν και η βάση τους θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα χωριά τους ή να εξοριστούν πέρα από τα σύνορα στο Πακιστάν.

Αυτός ο διακανονισμός δεν είχε δημοσιοποιηθεί ευρέως στις ΗΠΑ και την Ευρώπη εκείνη την εποχή, για προφανείς λόγους, αλλά εμείς αναφέραμε γι’ αυτόν και έγινε ευρέως κατανοητός στο Αφγανιστάν.

Η καλύτερη απόδειξη για αυτή τη διευθέτηση με διαπραγμάτευση είναι αυτό που συνέβη στη συνέχεια. Για δύο χρόνια δεν υπήρξε καμία αντίσταση στην αμερικανική κατοχή. Καμία, σε κανένα χωριό. Πολλές χιλιάδες πρώην Ταλιμπάν παρέμειναν σε αυτά τα χωριά.

Αυτό είναι ένα εκπληκτικό γεγονός. Σκεφτείτε την αντίθεση με το Ιράκ, όπου η αντίσταση ήταν ευρέως διαδεδομένη από την πρώτη ημέρα της κατοχής το 2003. Ή σκεφτείτε τη ρωσική εισβολή στο Αφγανιστάν το 1979, που αντιμετωπίστηκε με το ίδιο κύμα οργής.

Ο λόγος δεν ήταν απλώς ότι οι Ταλιμπάν δεν πολεμούσαν. Ήταν ότι οι απλοί άνθρωποι, ακόμη και στην καρδιά των Ταλιμπάν στο νότο, τόλμησαν να ελπίζουν ότι η αμερικανική κατοχή θα έφερνε ειρήνη στο Αφγανιστάν και θα ανέπτυσσε την οικονομία για να τερματιστεί η τρομερή φτώχεια.

Η ειρήνη ήταν ζωτικής σημασίας. Μέχρι το 2001 οι Αφγανοί ήταν παγιδευμένοι σε πόλεμο για είκοσι τρία χρόνια, πρώτα σε έναν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ κομμουνιστών και ισλαμιστών, στη συνέχεια σε έναν πόλεμο μεταξύ ισλαμιστών και σοβιετικών εισβολέων, στη συνέχεια σε έναν πόλεμο μεταξύ ισλαμιστών πολέμαρχων και στη συνέχεια σε έναν πόλεμο στο βόρειο τμήμα της χώρας μεταξύ ισλαμιστών πολέμαρχων και των Ταλιμπάν.

Είκοσι τρία χρόνια πολέμου σήμαιναν θάνατο, ακρωτηριασμό, εξορία και στρατόπεδα προσφύγων, φτώχεια, τόσα πολλά είδη θλίψης και ατελείωτο φόβο και αγωνία. Ίσως το καλύτερο βιβλίο για το πώς ήταν αυτό το συναίσθημα είναι των Klaits και Gulmanadova Klaits, Love and War in Afghanistan (2005). Οι άνθρωποι επιθυμούσαν απεγνωσμένα την ειρήνη. Μέχρι το 2001 ακόμη και οι υποστηρικτές των Ταλιμπάν αισθάνονταν ότι μια κακή ειρήνη ήταν καλύτερη από έναν καλό πόλεμο.

Επίσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν απίστευτα πλούσιες. Οι Αφγανοί πίστευαν ότι η κατοχή θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάπτυξη που θα τους έσωζε από τη φτώχεια.

Οι Αφγανοί περίμεναν. Οι ΗΠΑ έφεραν τον πόλεμο, όχι την ειρήνη.

Ο στρατός των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου κατέλαβε βάσεις σε όλα τα χωριά και τις μικρές πόλεις της ενδοχώρας των Ταλιμπάν, τις κυρίως παστούν περιοχές του νότου και της ανατολής. Οι μονάδες αυτές δεν ενημερώθηκαν ποτέ για τον άτυπο διακανονισμό που διαπραγματεύτηκαν οι Αμερικανοί με τους Ταλιμπάν. Δεν μπορούσαν να τους το πουν, γιατί αυτό θα ντρόπιαζε την κυβέρνηση του προέδρου Μπους. Έτσι, οι αμερικανικές μονάδες θεώρησαν ως αποστολή τους να ξεριζώσουν τους εναπομείναντες «κακούς», οι οποίοι προφανώς υπήρχαν ακόμη εκεί.

Οι νυχτερινές επιδρομές γκρέμιζαν πόρτες, ταπείνωναν και τρομοκρατούσαν οικογένειες, έπαιρναν άνδρες για να τους βασανίσουν για πληροφορίες σχετικά με τους άλλους κακούς. Ήταν εδώ, και σε μυστικές τοποθεσίες σε όλο τον κόσμο, όπου ο αμερικανικός στρατός και οι μυστικές υπηρεσίες ανέπτυξαν τις νέες μορφές βασανιστηρίων που ο κόσμος θα έβλεπε για λίγο από το Αμπού Γκράιμπ, την αμερικανική φυλακή στο Ιράκ.

Ορισμένοι από τους κρατούμενους ήταν Ταλιμπάν που δεν είχαν πολεμήσει. Κάποιοι ήταν απλώς άνθρωποι που προδόθηκαν στους Αμερικανούς από τοπικούς εχθρούς που επιθυμούσαν τη γη τους ή τους κρατούσαν κακία.

Τα απομνημονεύματα του Αμερικανού στρατιώτη Johnny Rico, Blood Makes the Grass Grow Green, παρέχουν μια χρήσιμη περιγραφή του τι συνέβη στη συνέχεια. Εξοργισμένοι συγγενείς και χωρικοί έριξαν μερικές βολές κατά των Αμερικανών στο σκοτάδι. Ο αμερικανικός στρατός έσπασε περισσότερες πόρτες και βασάνισε περισσότερους άνδρες. Οι χωρικοί έριξαν κι άλλες σφαίρες. Οι Αμερικανοί εξαπέλυσαν αεροπορικές επιδρομές και οι βόμβες τους σκότωναν τη μία οικογένεια μετά την άλλη.

Ο πόλεμος επέστρεψε στα νότια και ανατολικά της χώρας.

Η ανισότητα και η διαφθορά αυξήθηκαν

Οι Αφγανοί ήλπιζαν σε μια ανάπτυξη που θα μπορούσε να ευνοήσει τόσο τους πλούσιους όσο και τους φτωχούς. Φαινόταν τόσο αυτονόητο και τόσο εύκολο να γίνει. Αλλά δεν καταλάβαιναν την αμερικανική πολιτική στο εξωτερικό. Και δεν καταλάβαιναν τη βαθιά αφοσίωση του 1% των Ηνωμένων Πολιτειών στην κλιμακούμενη ανισότητα στη δική τους χώρα.

Έτσι, τα αμερικανικά χρήματα εισέρρευσαν στο Αφγανιστάν. Αλλά πήγαν στους ανθρώπους της νέας κυβέρνησης με επικεφαλής τον Χαμίντ Καρζάι. Πήγαν στους ανθρώπους που συνεργάζονται με τους Αμερικανούς και τα κατοχικά στρατεύματα άλλων εθνών. Και πήγαν στους πολέμαρχους και τις φατρίες τους που ήταν βαθιά εμπλεκόμενοι στο διεθνές εμπόριο οπίου και ηρωίνης, το οποίο διευκόλυνε η CIA και ο πακιστανικός στρατός. Πήγε στους ανθρώπους που είχαν την τύχη να έχουν πολυτελή, καλά προστατευμένα σπίτια στην Καμπούλ τα οποία μπορούσαν να νοικιάσουν στο προσωπικό των ξένων. Πήγε στους άνδρες και τις γυναίκες που εργάζονταν σε ΜΚΟ που χρηματοδοτούνταν από το εξωτερικό.

Φυσικά οι άνθρωποι σε αυτές τις ομάδες αλληλεπικαλύπτονταν.

Οι Αφγανοί είχαν από καιρό συνηθίσει στη διαφθορά. Την περίμεναν και τη μισούσαν. Αλλά αυτή τη φορά η έκταση ήταν πρωτοφανής. Και στα μάτια των φτωχών και των μεσαίων εισοδημάτων, όλος ο αισχρός νέος πλούτος, ανεξάρτητα από το πώς αποκτήθηκε, φαινόταν να είναι διαφθορά.

Την τελευταία δεκαετία οι Ταλιμπάν έχουν προσφέρει δύο πράγματα σε όλη τη χώρα. Το πρώτο είναι ότι δεν είναι διεφθαρμένοι, όπως δεν ήταν διεφθαρμένοι όταν βρίσκονταν στην εξουσία πριν από το 2001. Είναι η μόνη πολιτική δύναμη στη χώρα για την οποία ίσχυσε ποτέ αυτό.

Το κρίσιμο είναι ότι οι Ταλιμπάν έχουν λειτουργήσει ένα έντιμο δικαστικό σύστημα στις αγροτικές περιοχές που ήλεγχαν. Η φήμη τους είναι τόσο υψηλή που πολλοί άνθρωποι που εμπλέκονται σε αστικές δίκες στις πόλεις έχουν συμφωνήσει ότι και οι δύο πλευρές θα απευθύνονται σε δικαστές των Ταλιμπάν στην ύπαιθρο. Αυτό τους επιτρέπει γρήγορη, φθηνή και δίκαιη απονομή δικαιοσύνης χωρίς μαζικές δωροδοκίες. Επειδή η δικαιοσύνη ήταν δίκαιη, και τα δύο μέρη μπορούσαν να το αποδεχτούν.

Για τους ανθρώπους στις περιοχές που ελέγχονται από τους Ταλιμπάν, η δίκαιη δικαιοσύνη αποτελούσε επίσης προστασία από την ανισότητα. Όταν οι πλούσιοι μπορούν να δωροδοκούν τους δικαστές, μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν στους φτωχούς. Η γη ήταν το κρίσιμο πράγμα. Πλούσιοι και ισχυροί άνδρες, πολέμαρχοι και κυβερνητικοί αξιωματούχοι μπορούσαν να αρπάξουν ή να κλέψουν ή να εξαπατήσουν για να αποκτήσουν τον έλεγχο της γης των μικροκαλλιεργητών και να καταπιέσουν τους ακόμη φτωχότερους μεροκαματιάρηδες. Αλλά οι δικαστές των Ταλιμπάν, όπως όλοι καταλάβαιναν, ήταν πρόθυμοι να αποφανθούν υπέρ των φτωχών.

Το μίσος για τη διαφθορά, την ανισότητα και την κατοχή συγχωνεύτηκε.

20 χρόνια μετά

Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από το 2001, όταν οι Ταλιμπάν υπέκυψαν στους Αμερικάνους μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Μέσα σε είκοσι χρόνια πολέμου και κρίσης συμβαίνουν τεράστιες αλλαγές στα πολιτικά μαζικά κινήματα. Οι Ταλιμπάν έμαθαν και άλλαξαν. Πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Πολλοί Αφγανοί και πολλοί ξένοι ειδικοί έχουν σχολιάσει αυτό το γεγονός. Ο Giustozzi έχει χρησιμοποιήσει τον χρήσιμο όρο νεο-Ταλιμπάν2.

Αυτή η αλλαγή, όπως παρουσιάζεται δημόσια, έχει διάφορες πτυχές. Οι Ταλιμπάν συνειδητοποίησαν ότι ο σοβινισμός υπέρ των Παστούν ήταν μια μεγάλη αδυναμία. Τώρα τονίζουν ότι είναι Μουσουλμάνοι, αδελφοί όλων των άλλων Μουσουλμάνων, και ότι θέλουν και έχουν την υποστήριξη των Μουσουλμάνων πολλών εθνοτικών ομάδων.

Όμως, τα τελευταία χρόνια υπήρξε μια οδυνηρή διάσπαση των δυνάμεων των Ταλιμπάν. Μια μειοψηφία μαχητών και υποστηρικτών των Ταλιμπάν έχουν συμμαχήσει με το Ισλαμικό Κράτος. Η διαφορά είναι ότι το Ισλαμικό Κράτος εξαπολύει τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον Σιιτών, Σιχ και Χριστιανών. Οι Ταλιμπάν στο Πακιστάν κάνουν το ίδιο, όπως και το μικρό δίκτυο Χακκανί που χρηματοδοτείται από τις πακιστανικές μυστικές υπηρεσίες. Αλλά η πλειοψηφία των Ταλιμπάν καταδικάζει με συνέπεια όλες αυτές τις επιθέσεις.

Θα επιστρέψουμε σε αυτή τη διάσπαση αργότερα, καθώς έχει επιπτώσεις στο τι θα συμβεί στη συνέχεια.

Οι νέοι Ταλιμπάν έχουν επίσης τονίσει το ενδιαφέρον τους για τα δικαιώματα των γυναικών. Λένε ότι δέχονται τη μουσική και τα βίντεο και έχουν μετριάσει τις πιο άγριες και πουριτανικές πλευρές της προηγούμενης διακυβέρνησής τους. Και τώρα λένε ξανά και ξανά ότι θέλουν να κυβερνήσουν ειρηνικά, χωρίς να εκδικηθούν τους ανθρώπους της παλιάς τάξης.

Πόσα από αυτά είναι προπαγάνδα και πόσα αλήθεια, είναι δύσκολο να πούμε. Επιπλέον, το τι θα συμβεί στη συνέχεια εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το τι θα συμβεί στην οικονομία και από τις ενέργειες των ξένων δυνάμεων. Γι’ αυτό, περισσότερα αργότερα. Το θέμα μας εδώ είναι ότι οι Αφγανοί έχουν λόγους να επιλέξουν τους Ταλιμπάν έναντι των Αμερικανών, των πολέμαρχων και της κυβέρνησης του Άσραφ Γάνι.

Τι γίνεται με τη σωτηρία των Αφγανών γυναικών;

Πολλοί αναγνώστες θα αναρωτιούνται τώρα, επίμονα, αλλά τι γίνεται με τις Αφγανές γυναίκες; Η απάντηση δεν είναι απλή.

Πρέπει να ξεκινήσουμε πηγαίνοντας πίσω στη δεκαετία του 1970. Σε όλο τον κόσμο, συγκεκριμένα συστήματα έμφυλης ανισότητας είναι συνυφασμένα με ένα συγκεκριμένο σύστημα ταξικής ανισότητας. Το Αφγανιστάν δεν διέφερε.

Η Nancy έκανε ανθρωπολογική έρευνα πεδίου με γυναίκες και άνδρες Παστούν στα βόρεια της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ζούσαν από τη γεωργία και την εκτροφή ζώων. Το επόμενο βιβλίο της Nancy, Bartered Brides: Politics and Marriage in a Tribal Society (Πολιτική και γάμος σε μια φυλετική κοινωνία), εξηγεί τις σχέσεις μεταξύ των ταξικών, έμφυλων και εθνοτικών διαιρέσεων εκείνη την εποχή. Και αν θέλετε να μάθετε τι σκέφτονταν οι ίδιες αυτές οι γυναίκες για τις ζωές, τα προβλήματα και τις χαρές τους, η Nancy και ο πρώην συνεργάτης της Richard Tapper δημοσίευσαν πρόσφατα το βιβλίο Afghan Village Voices, μια μετάφραση πολλών από τις μαγνητοταινίες που έφτιαξαν γυναίκες και άνδρες στο πεδίο.

Αυτή η πραγματικότητα ήταν πολύπλοκη, σκληρή, καταπιεστική και γεμάτη αγάπη. Με αυτή τη έννοια, δεν διέφερε από την πολυπλοκότητα του σεξισμού και της ταξικής διαίρεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά η τραγωδία του επόμενου μισού αιώνα θα άλλαζε πολλά από αυτά. Αυτός η μακροχρόνια δυστυχία παρήγαγε τον ιδιαίτερο σεξισμό των Ταλιμπάν, ο οποίος δεν είναι αυτόματο προϊόν της αφγανικής παράδοσης.

Η ιστορία αυτής της νέας στροφής ξεκινά το 1978. Τότε άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ της κομμουνιστικής κυβέρνησης και της ισλαμικής αντίστασης των Μουτζαχεντίν. Οι ισλαμιστές κέρδιζαν, οπότε η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στα τέλη του 1979 για να υποστηρίξει την κομμουνιστική κυβέρνηση. Ακολούθησαν επτά χρόνια σκληρού πολέμου μεταξύ των Σοβιετικών και των Μουτζαχεντίν. Το 1987 τα σοβιετικά στρατεύματα αποχώρησαν ηττημένα.

Όταν ζούσαμε στο Αφγανιστάν, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι κομμουνιστές ήταν από τους καλύτερους ανθρώπους. Τους οδηγούσαν τρία πάθη. Ήθελαν να αναπτύξουν τη χώρα. Ήθελαν να τσακίσουν την εξουσία των μεγάλων γαιοκτημόνων και να μοιράσουν τη γη. Και ήθελαν την ισότητα για τις γυναίκες.

Αλλά το 1978 οι κομμουνιστές είχαν πάρει την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα, υπό την ηγεσία προοδευτικών αξιωματικών. Δεν είχαν κερδίσει την πολιτική υποστήριξη της πλειοψηφίας των χωρικών, σε μια συντριπτικά αγροτική χώρα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι μόνοι τρόποι που μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την αγροτική ισλαμική αντίσταση ήταν οι συλλήψεις, τα βασανιστήρια και οι βομβαρδισμοί. Όσο περισσότερο ο κομμουνιστοκρατούμενος στρατός έκανε τέτοιες σκληρότητες, τόσο περισσότερο μεγάλωνε η εξέγερση.

Τότε η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε για να στηρίξει τους κομμουνιστές. Το κύριο όπλο τους ήταν οι βομβαρδισμοί από αέρος, και μεγάλα τμήματα της χώρας έγιναν ζώνες ελεύθερου πυρός. Μεταξύ μισού και ενός εκατομμυρίου Αφγανών σκοτώθηκαν. Τουλάχιστον άλλο ένα εκατομμύριο ακρωτηριάστηκαν για όλη τους τη ζωή. Μεταξύ έξι και οκτώ εκατομμυρίων οδηγήθηκαν στην εξορία στο Ιράν και το Πακιστάν και εκατομμύρια άλλοι έγιναν εσωτερικοί πρόσφυγες. Όλα αυτά σε μια χώρα με μόλις είκοσι πέντε εκατομμύρια κατοίκους.

Όταν ήρθαν στην εξουσία, το πρώτο πράγμα που προσπάθησαν να κάνουν οι κομμουνιστές ήταν η μεταρρύθμιση της γης και η νομοθεσία για τα δικαιώματα των γυναικών. Όταν οι Ρώσοι εισέβαλαν, η πλειοψηφία των κομμουνιστών τάχθηκε στο πλευρό τους. Πολλοί από αυτούς τους κομμουνιστές ήταν γυναίκες. Το αποτέλεσμα ήταν να σπιλωθεί το όνομα του φεμινισμού με την υποστήριξη βασανιστηρίων και σφαγών.

Φανταστείτε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δέχτηκαν εισβολή από μια ξένη δύναμη που σκότωσε μεταξύ δώδεκα και είκοσι τεσσάρων εκατομμυρίων Αμερικανών, βασάνισε ανθρώπους σε κάθε πόλη και οδήγησε 100 εκατομμύρια Αμερικανούς στην εξορία. Φανταστείτε επίσης ότι σχεδόν όλες οι φεμινίστριες στις Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριζαν τους εισβολείς. Μετά από αυτή την εμπειρία, πώς νομίζετε ότι θα αισθάνονταν οι περισσότεροι Αμερικανοί για μια δεύτερη εισβολή από άλλη ξένη δύναμη ή για τον φεμινισμό;

Πώς νομίζετε ότι οι περισσότερες γυναίκες του Αφγανιστάν αισθάνονται για μια άλλη εισβολή, αυτή τη φορά από τους Αμερικανούς, που δικαιολογείται από την ανάγκη διάσωσης των Αφγανών γυναικών; Θυμηθείτε, αυτές οι στατιστικές για τους νεκρούς, τους ακρωτηριασμένους και τους πρόσφυγες κατά τη σοβιετική κατοχή δεν ήταν αφηρημένοι αριθμοί. Ήταν ζωντανές γυναίκες, και οι γιοι και οι κόρες τους, οι σύζυγοι, οι αδελφοί και οι αδελφές, οι μητέρες και οι πατέρες.

Έτσι, όταν η Σοβιετική Ένωση έφυγε, ηττημένη, οι περισσότεροι άνθρωποι ανέπνευσαν με ανακούφιση. Αλλά τότε οι τοπικοί ηγέτες της αντίστασης των Μουτζαχεντίν κατά των κομμουνιστών και των εισβολέων έγιναν τοπικοί πολέμαρχοι και πολέμησαν μεταξύ τους για τα λάφυρα της νίκης. Η πλειονότητα των Αφγανών είχε υποστηρίξει τους Μουτζαχεντίν, αλλά τώρα είχαν αηδιάσει από την απληστία, τη διαφθορά και τον ατελείωτο άχρηστο πόλεμο.

Το ταξικό και προσφυγικό υπόβαθρο των Ταλιμπάν

Το φθινόπωρο του 1994, οι Ταλιμπάν είχαν φτάσει στην Κανταχάρ, μια πόλη κυρίως Παστούν και τη μεγαλύτερη στο νότιο Αφγανιστάν. Οι Ταλιμπάν δεν έμοιαζαν με τίποτα παρόμοιο στην ιστορία του Αφγανιστάν. Ήταν προϊόντα δύο κατεξοχήν καινοτομιών του εικοστού αιώνα, των αεροπορικών βομβαρδισμών και των στρατοπέδων προσφύγων στο Πακιστάν. Ανήκαν σε μια διαφορετική κοινωνική τάξη από τις ελίτ που κυβερνούσαν το Αφγανιστάν.

Οι κομμουνιστές ήταν οι γιοι και οι κόρες της αστικής μεσαίας τάξης και των αγροτών μεσαίου επιπέδου στην ύπαιθρο με αρκετή γη δική τους. Επικεφαλής τους ήταν άνθρωποι που φοιτούσαν στο μοναδικό πανεπιστήμιο της χώρας στην Καμπούλ. Ήθελαν να τσακίσουν την εξουσία των μεγάλων γαιοκτημόνων και να εκσυγχρονίσουν τη χώρα.

Οι ισλαμιστές που πολέμησαν τους κομμουνιστές ήταν άνδρες με παρόμοιο ταξικό υπόβαθρο, και ως επί το πλείστον πρώην φοιτητές του ίδιου πανεπιστημίου. Ήθελαν και αυτοί να εκσυγχρονίσουν τη χώρα, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Και προσέβλεπαν στις ιδέες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και του Πανεπιστημίου Αλ Αλζχάρ στο Κάιρο.

Η λέξη Ταλιμπάν σημαίνει «μαθητές σε ισλαμικό σχολείο», όχι σε κρατικό σχολείο ή πανεπιστήμιο. Οι μαχητές των Ταλιμπάν που μπήκαν στην Κανταχάρ το 1994 ήταν νέοι άνδρες που είχαν σπουδάσει στα δωρεάν ισλαμικά σχολεία στους προσφυγικούς καταυλισμούς στο Πακιστάν. Ήταν παιδιά χωρίς τίποτα.

Οι ηγέτες των Ταλιμπάν ήταν μουλάδες χωριών από το Αφγανιστάν. Δεν είχαν τις διασυνδέσεις με τις ελίτ που είχαν πολλοί από τους ιμάμηδες των τζαμιών των πόλεων. Οι μουλάδες των χωριών ήξεραν να διαβάζουν και έχαιραν κάποιου σεβασμού από τους άλλους χωρικούς. Αλλά η κοινωνική τους θέση ήταν πολύ χαμηλότερη από εκείνη ενός γαιοκτήμονα ή ενός απόφοιτου λυκείου σε κυβερνητικό αξίωμα.

Οι Ταλιμπάν διοικούνταν από μια επιτροπή δώδεκα ανδρών. Και οι δώδεκα είχαν χάσει ένα χέρι, ένα πόδι ή ένα μάτι από σοβιετικές βόμβες στον πόλεμο. Οι Ταλιμπάν ήταν, μεταξύ άλλων, το κόμμα των φτωχών και μεσαίων Παστούν χωρικών.3

Είκοσι χρόνια πολέμου είχαν αφήσει την Κανταχάρ χωρίς νόμο και στο έλεος των αντιμαχόμενων παραστρατιωτικών ομάδων. Το σημείο καμπής ήρθε όταν οι Ταλιμπάν κυνήγησαν έναν τοπικό διοικητή που είχε βιάσει ένα αγόρι και δύο (ενδεχομένως τρεις) γυναίκες. Οι Ταλιμπάν τον έπιασαν και τον κρέμασαν. Αυτό που έκανε την παρέμβασή τους εντυπωσιακή δεν ήταν μόνο η αποφασιστικότητά τους να βάλουν τέλος στις δολοφονικές εσωτερικές διαμάχες και να αποκαταστήσουν την αξιοπρέπεια και την ασφάλεια των ανθρώπων, αλλά και η αηδία τους για την υποκρισία των άλλων ισλαμιστών.

Από την πρώτη στιγμή οι Ταλιμπάν χρηματοδοτούνταν από τους Σαουδάραβες, τους Αμερικανούς και τον πακιστανικό στρατό. Η Ουάσιγκτον ήθελε μια ειρηνική χώρα που θα μπορούσε να φιλοξενήσει αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου από την Κεντρική Ασία. Οι Ταλιμπάν ξεχώριζαν επειδή δεν επέτρεπαν εξαιρέσεις στις απαγορεύσεις που προσπαθούσαν να επιβάλουν, καθώς και για την αυστηρότητα με την οποία εφάρμοζαν τους κανόνες.

Πολλοί Αφγανοί ήταν ευγνώμονες για την αποκατάσταση της τάξης και της στοιχειώδους ασφάλειας, αλλά οι Ταλιμπάν ήταν θρησκευτικοί σεχταριστές και ανίκανοι να ελέγξουν τη χώρα και, το 1996, οι Αμερικανοί απέσυραν την υποστήριξή τους. Όταν το έκαναν αυτό, εξαπέλυσαν μια νέα, και δολοφονική, εκδοχή της ισλαμοφοβίας εναντίον των Ταλιμπάν.

Σχεδόν εν μία νυκτί, οι Αφγανές γυναίκες θεωρήθηκαν ανήμπορες και καταπιεσμένες, ενώ οι Αφγανοί άνδρες –ή αλλιώς οι Ταλιμπάν– κατακρίθηκαν ως φανατικοί άγριοι, παιδόφιλοι και σαδιστές πατριάρχες, σχεδόν καθόλου άνθρωποι.

Για τέσσερα χρόνια πριν από την 11η Σεπτεμβρίου οι Ταλιμπάν ήταν στο στόχαστρο των Αμερικανών, ενώ φεμινίστριες και άλλοι φώναζαν για την προστασία των Αφγανών γυναικών. Όταν άρχισαν οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί, όλοι έπρεπε να καταλάβουν ότι οι Αφγανές γυναίκες χρειάζονταν βοήθεια. Τι θα μπορούσε να πάει στραβά;

9/11 και ο αμερικανικός πόλεμος

Οι βομβαρδισμοί ξεκίνησαν στις 7 Οκτωβρίου. Μέσα σε λίγες μέρες, οι Ταλιμπάν είχαν αναγκαστεί να κρυφτούν –ή είχαν κυριολεκτικά ευνουχιστεί– όπως διαφήμιζε μια φωτογραφία στο πρωτοσέλιδο της Daily Mail. Οι δημοσιευμένες εικόνες του πολέμου ήταν πραγματικά σοκαριστικές ως προς τη βία και τον σαδισμό που απεικόνιζαν. Πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη ήταν τρομοκρατημένοι από την κλίμακα των βομβαρδισμών και την απόλυτη αδιαφορία για τις ζωές των Αφγανών4.

Ωστόσο, στις Ηνωμένες Πολιτείες εκείνο το φθινόπωρο, το μείγμα εκδίκησης και πατριωτισμού είχε ως αποτέλεσμα οι αντίθετες φωνές να είναι σπάνιες και ως επί το πλείστον να μην ακούγονται. Αναρωτηθείτε, όπως έκανε τότε η Saba Mahmood: «Γιατί οι συνθήκες πολέμου, (μετανάστευσης, στρατιωτικοποίησης) και πείνας (υπό τους Μουτζαχεντίν) θεωρήθηκαν λιγότερο επώδυνες για τις γυναίκες από την έλλειψη εκπαίδευσης, απασχόλησης και κυρίως, στην εκστρατεία των μέσων ενημέρωσης, για το δυτικό στυλ ντυσίματος (υπό τους Ταλιμπάν);».5

Στη συνέχεια, αναρωτηθείτε ξανά, ακόμη πιο έντονα: πώς θα μπορούσατε να «σώσετε τις Αφγανές γυναίκες» βομβαρδίζοντας έναν άμαχο πληθυσμό που περιελάμβανε, μαζί με τις ίδιες τις γυναίκες, τα παιδιά τους, τους συζύγους, τους πατέρες και τα αδέλφια τους; Αυτή θα έπρεπε να ήταν η ερώτηση που θα έβαζε τέλος στο επιχείρημα, αλλά δεν ήταν.

Η πιο κραυγαλέα έκφραση της φεμινιστικής ισλαμοφοβίας ήρθε λίγο περισσότερο από ένα μήνα μετά τον πόλεμο. Ένας εξαιρετικά άνισος πόλεμος εκδίκησης δεν φαίνεται πολύ καλός στα μάτια του κόσμου, οπότε καλύτερα να κάνουμε κάτι που φαίνεται ενάρετο. Εν όψει της αμερικανικής γιορτής των Ευχαριστιών, στις 17 Νοεμβρίου 2001, η Λόρα Μπους, η σύζυγος του Προέδρου, κατείγγηλε έντονα το δράμα των καλυμμένων Αφγανών γυναικών. Η Σερί Μπλερ, σύζυγος του Βρετανού πρωθυπουργού, επανέλαβε τα λεγόμενά της λίγες ημέρες αργότερα. Οι σύζυγοι αυτών των πλούσιων πολεμοκάπηλων χρησιμοποιούσαν όλο το βάρος του οριενταλιστικού παραδείγματος για να κατηγορήσουν τα θύματα και να δικαιολογήσουν έναν πόλεμο εναντίον μερικών από τους φτωχότερους ανθρώπους στη γη. Και η «σωτηρία των Αφγανών γυναικών» έγινε η επίμονη κραυγή πολλών φιλελεύθερων φεμινιστριών για να δικαιολογήσουν τον αμερικανικό πόλεμο6.

Με την εκλογή του Ομπάμα το 2008, η χορωδία της ισλαμοφοβίας έγινε ηγεμονική μεταξύ των Αμερικανών φιλελεύθερων. Εκείνη τη χρονιά η αμερικανική αντιπολεμική συμμαχία ουσιαστικά αυτοδιαλύθηκε για να βοηθήσει την εκστρατεία του Ομπάμα. Οι Δημοκρατικοί και εκείνες οι φεμινίστριες που υποστήριξαν την υπουργό Εξωτερικών του Ομπάμα, Χίλαρι Κλίντον, που ήταν γεράκι του πολέμου, δεν μπορούσαν να δεχτούν την αλήθεια ότι το Αφγανιστάν και το Ιράκ ήταν και οι δύο πόλεμοι για το πετρέλαιο7.

Είχαν μόνο μια δικαιολογία για τους ατελείωτους πολέμους για το πετρέλαιο – τα βάσανα των Αφγανών γυναικών. Η φεμινιστική στροφή ήταν ένα έξυπνο τέχνασμα. Απέκλειε τις συγκρίσεις μεταξύ της αναμφισβήτητα σεξιστικής κυριαρχίας των Ταλιμπάν και του σεξισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πολύ πιο σοκαριστικό, η φεμινιστική στροφή εξωράισε και εκτόπισε αποτελεσματικά τις άσχημες αλήθειες για έναν κατάφωρα άνισο πόλεμο. Και διαχώρισε αυτές τις υποθετικές «γυναίκες που πρέπει να σωθούν» από τις δεκάδες χιλιάδες πραγματικές Αφγανές γυναίκες, άνδρες και παιδιά που σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν, ορφάνεψαν ή έμειναν άστεγες και πεινασμένες από τις αμερικανικές βόμβες.

Πολλές από τις φίλες και τα μέλη της οικογένειάς μας στην Αμερική είναι φεμινίστριες που πίστεψαν με καλή διάθεση μεγάλο μέρος αυτής της προπαγάνδας. Αλλά αυτό που τους ζητήθηκε να υποστηρίξουν ήταν ένα πλέγμα ψεμάτων, μια διαστροφή του φεμινισμού. Ήταν ο φεμινισμός του εισβολέα και της διεφθαρμένης κυβερνητικής ελίτ. Ήταν ο φεμινισμός των βασανιστών και των μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Πιστεύουμε ότι ένας άλλος φεμινισμός είναι εφικτός.

Αλλά παραμένει αλήθεια ότι οι Ταλιμπάν είναι βαθιά σεξιστές. Ο μισογυνισμός κέρδισε μια νίκη στο Αφγανιστάν. Αλλά δεν χρειαζόταν να γίνει έτσι.

Οι κομμουνιστές που συμπαρατάχθηκαν με τη σκληρότητα των σοβιετικών εισβολέων είχαν απαξιώσει τον φεμινισμό στο Αφγανιστάν για τουλάχιστον μια γενιά. Αλλά τότε εισέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και μια νέα γενιά Αφγανών ειδικευμένων γυναικών τάχθηκε στο πλευρό των νέων εισβολέων για να προσπαθήσει να κερδίσει δικαιώματα για τις γυναίκες. Και το δικό τους όνειρο κατέληξε σε συνεργασία, ντροπή και αίμα. Κάποιες ήταν καριερίστριες, φυσικά, που έλεγαν κοινοτοπίες με αντάλλαγμα τη χρηματοδότηση. Αλλά πολλές άλλες είχαν ως κίνητρο ένα ειλικρινές και ανιδιοτελές όνειρο. Η αποτυχία τους είναι τραγική.

Στερεότυπα και συγχύσεις

Έξω από το Αφγανιστάν, υπάρχει μεγάλη σύγχυση όσον αφορά τα στερεότυπα για τους Ταλιμπάν που αναπτύχθηκαν τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια. Αλλά σκεφτείτε προσεκτικά όταν ακούτε τα στερεότυπα ότι είναι φεουδαρχικοί, βάναυσοι και πρωτόγονοι. Πρόκειται για ανθρώπους με φορητούς υπολογιστές, οι οποίοι διαπραγματεύονται με τους Αμερικανούς στο Κατάρ τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια.

Οι Ταλιμπάν δεν είναι προϊόν του Μεσαίωνα. Είναι το προϊόν των χειρότερων εποχών του τέλους του εικοστού αιώνα και των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα. Αν κοιτάζουν κατά κάποιο τρόπο προς τα πίσω σε μια φαντασιακή καλύτερη εποχή, αυτό δεν αποτελεί έκπληξη. Αλλά έχουν διαμορφωθεί από τη ζωή κάτω από αεροπορικούς βομβαρδισμούς, στρατόπεδα προσφύγων, κομμουνισμό, πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, αναβαθμισμένες ανακρίσεις, την κλιματική αλλαγή, την πολιτική του διαδικτύου και την αυξανόμενη ανισότητα του νεοφιλελευθερισμού. Ζουν τώρα όπως όλοι οι άλλοι.

Οι ρίζες τους σε μια φυλετική κοινωνία μπορεί επίσης να προκαλέσουν σύγχυση. Αλλά όπως έχει υποστηρίξει ο Richard Tapper, οι φυλές δεν είναι αταβιστικοί θεσμοί. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι αγρότες σε αυτό το μέρος του κόσμου οργανώνουν την εμπλοκή τους με το κράτος. Και η ιστορία του Αφγανιστάν δεν ήταν ποτέ απλώς θέμα ανταγωνιστικών εθνοτικών ομάδων, αλλά μάλλον θέμα πολύπλοκων συμμαχιών μεταξύ ομάδων και διαιρέσεων εντός ομάδων8.

Υπάρχει ένα σύνολο προκαταλήψεων στην Αριστερά, οι οποίες ωθούν ορισμένους ανθρώπους να αναρωτιούνται πώς οι Ταλιμπάν μπορούν να είναι στο πλευρό των φτωχών και των αντιιμπεριαλιστών, αν δεν είναι «προοδευτικοί». Αφήστε στην άκρη προς το παρόν ότι η λέξη προοδευτικός σημαίνει ελάχιστα. Φυσικά οι Ταλιμπάν είναι εχθρικοί προς τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Οι ίδιοι, ή οι γονείς ή οι παππούδες τους, σκοτώθηκαν και βασανίστηκαν από σοσιαλιστές και κομμουνιστές. Επιπλέον, κάθε κίνημα που έχει διεξάγει εικοσαετή ανταρτοπόλεμο και έχει νικήσει μια μεγάλη αυτοκρατορία είναι αντιιμπεριαλιστικό, αλλιώς οι λέξεις δεν έχουν νόημα.

Η πραγματικότητα είναι αυτή που είναι. Οι Ταλιμπάν είναι ένα κίνημα φτωχών αγροτών, ενάντια σε μια αυτοκρατορική κατοχή, βαθιά μισογυνικό, υποστηριζόμενο από πολλές γυναίκες, άλλοτε ρατσιστικό και θρησκευτικά σεχταριστικό και άλλοτε όχι. Αυτή είναι μια δέσμη αντιφάσεων που παράγει η ιστορία.

Μια άλλη πηγή σύγχυσης είναι η ταξική πολιτική των Ταλιμπάν. Πώς είναι δυνατόν να είναι στο πλευρό των φτωχών, όπως προφανώς είναι, και ταυτόχρονα να αντιτίθενται τόσο σφοδρά στο σοσιαλισμό; Η απάντηση είναι ότι η εμπειρία της ρωσικής κατοχής αφαίρεσε τη δυνατότητα σοσιαλιστικών διατυπώσεων για τις τάξεις. Αλλά δεν άλλαξε την ταξική πραγματικότητα. Κανείς δεν δημιούργησε ποτέ ένα μαζικό κίνημα ανάμεσα σε φτωχούς αγρότες που να κατακτήσει την εξουσία χωρίς να θεωρείται ότι βρίσκεται στο πλευρό των φτωχών.

Οι Ταλιμπάν δεν μιλούν με ταξική γλώσσα, αλλά με τη γλώσσα της δικαιοσύνης και της διαφθοράς. Αυτές οι λέξεις περιγράφουν την ίδια πλευρά.

Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι οι Ταλιμπάν θα κυβερνήσουν απαραίτητα προς το συμφέρον των φτωχών. Έχουμε δει αρκετές αγροτικές εξεγέρσεις να έρχονται στην εξουσία τον τελευταίο αιώνα και πλέον, μόνο και μόνο για να γίνουν κυβερνήσεις των αστικών ελίτ. Και τίποτα από αυτά δεν πρέπει να αποσπάσει την προσοχή από την αλήθεια ότι οι Ταλιμπάν σκοπεύουν να γίνουν δικτάτορες, όχι δημοκράτες.

Μια ιστορική αλλαγή στην Αμερική

Η πτώση της Καμπούλ σηματοδοτεί μια αποφασιστική ήττα της αμερικανικής ισχύος σε όλο τον κόσμο. Αλλά σηματοδοτεί επίσης, ή καθιστά σαφή, μια βαθιά απόρριψη των Αμερικανών για την αμερικανική αυτοκρατορία.

Μια απόδειξη είναι οι δημοσκοπήσεις. Το 2001, αμέσως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το 85% έως 90% των Αμερικανών ενέκρινε την εισβολή στο Αφγανιστάν. Τα ποσοστά μειώνονται σταθερά. Τον περασμένο μήνα, το 62% των Αμερικανών ενέκρινε το σχέδιο του Μπάιντεν για ολική αποχώρηση και το 29% ήταν αντίθετο.

Αυτή η απόρριψη του πολέμου είναι κοινή τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερά. Η βάση της εργατικής τάξης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και του Τραμπ είναι κατά των πολέμων εκτός των συνόρων. Πολλοί στρατιώτες και οικογένειες στρατιωτικών προέρχονται από τις αγροτικές περιοχές και το νότο, όπου ο Τραμπ είναι ισχυρός. Είναι κατά οποιουδήποτε άλλου πολέμου, γιατί είναι οι ίδιοι και αυτοί που αγαπούν αυτοί που υπηρέτησαν, πέθαναν και τραυματίστηκαν.

Ο δεξιός πατριωτισμός στην Αμερική τώρα είναι φιλο-στρατιωτικός, αλλά αυτό σημαίνει υπέρ του στρατιώτη, όχι υπέρ του πολέμου. Όταν λένε «Make America Great Again», εννοούν ότι η Αμερική δεν είναι σπουδαία τώρα για τους Αμερικανούς, όχι ότι οι ΗΠΑ πρέπει να εμπλακούν περισσότερο στον κόσμο.

Μεταξύ των Δημοκρατικών, επίσης, η βάση της εργατικής τάξης είναι κατά των πολέμων.

Υπάρχουν άνθρωποι που υποστηρίζουν περισσότερες στρατιωτικές επεμβάσεις. Είναι οι δημοκράτες του Ομπάμα, οι ρεπουμπλικάνοι του Ρόμνεϊ, οι στρατηγοί, πολλοί φιλελεύθεροι και συντηρητικοί ειδήμονες και σχεδόν όλοι στην ελίτ της Ουάσιγκτον. Αλλά ο αμερικανικός λαός στο σύνολό του, και ιδιαίτερα η εργατική τάξη, μαύροι, μελαμψοί και λευκοί, έχουν στραφεί εναντίον της αμερικανικής αυτοκρατορίας.

Μετά την πτώση της Σαϊγκόν, η αμερικανική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να εξαπολύσει μεγάλες στρατιωτικές επεμβάσεις για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια. Μπορεί κάλλιστα να περάσει περισσότερος χρόνος μετά την πτώση της Καμπούλ.

Οι διεθνείς συνέπειες

Από το 1918, πριν από 103 χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι το ισχυρότερο έθνος στον κόσμο. Υπήρχαν ανταγωνιστικές δυνάμεις – πρώτα η Γερμανία, μετά η Σοβιετική Ένωση και τώρα η Κίνα. Αλλά οι ΗΠΑ ήταν κυρίαρχες. Αυτός ο «αμερικανικός αιώνας» φτάνει τώρα στο τέλος του.

Η μακροπρόθεσμη αιτία είναι η οικονομική άνοδος της Κίνας και η σχετική οικονομική παρακμή των Ηνωμένων Πολιτειών. Όμως η πανδημία του covid και η ήττα στο Αφγανιστάν καθιστούν τα τελευταία δύο χρόνια σημείο καμπής.

Η πανδημία του covid αποκάλυψε τη θεσμική ανικανότητα της άρχουσας τάξης και της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών. Το σύστημα απέτυχε να προστατεύσει τους ανθρώπους. Αυτή η χαοτική και επαίσχυντη αποτυχία είναι προφανής στους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.

Στη συνέχεια, υπάρχει το Αφγανιστάν. Αν κρίνετε με βάση τις δαπάνες και το υλικό, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι συντριπτικά η κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη παγκοσμίως. Αυτή η δύναμη έχει ηττηθεί από φτωχούς ανθρώπους με σανδάλια σε μια μικρή χώρα οι οποίοι δεν έχουν τίποτα άλλο εκτός από αντοχή και θάρρος.

Η νίκη των Ταλιμπάν θα δώσει επίσης θάρρος στους ισλαμιστές πολλών διαφορετικών ειδών στη Συρία, την Υεμένη, τη Σομαλία, το Πακιστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Τουρκμενιστάν, το Τατζικιστάν και το Μάλι. Αλλά θα ισχύει και σε ευρύτερο επίπεδο.

Τόσο η αποτυχία του covid όσο και η ήττα στο Αφγανιστάν θα περιορίσουν την ήπια ισχύ των ΗΠΑ9. Αλλά το Αφγανιστάν είναι επίσης μια ήττα για τη σκληρή ισχύ. Η δύναμη της άτυπης αυτοκρατορίας των Ηνωμένων Πολιτειών στηρίζεται εδώ και έναν αιώνα σε τρεις διαφορετικούς πυλώνες. Ο ένας είναι η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και η κυριαρχία στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο δεύτερος είναι η φήμη που έχουν σε πολλούς τομείς για τη δημοκρατία, την ικανότητα και την πολιτισμική ηγεσία. Ο τρίτος ήταν ότι αν η ήπια ισχύς αποτύγχανε, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εισέβαλαν για να υποστηρίξουν δικτατορίες και να τιμωρήσουν τους εχθρούς τους.

Αυτή η στρατιωτική δύναμη έχει χαθεί τώρα. Καμία κυβέρνηση δεν θα πιστέψει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να τις σώσουν από έναν ξένο εισβολέα ή από τον ίδιο τους το λαό. Οι δολοφονίες με μη επανδρωμένα αεροσκάφη θα συνεχιστούν και θα προκαλέσουν μεγάλη δυστυχία. Αλλά πουθενά τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη από μόνα τους δεν θα είναι στρατιωτικά αποφασιστικής σημασίας.

Αυτή είναι η αρχή του τέλους του αμερικανικού αιώνα.

Τι συμβαίνει τώρα;

Κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί στο Αφγανιστάν τα επόμενα χρόνια. Μπορούμε όμως να προσδιορίσουμε ορισμένες από τις πιθανές πιεστικές συνθήκες.

Πρώτον, και πιο ελπιδοφόρο, είναι η βαθιά λαχτάρα για ειρήνη στις καρδιές των Αφγανών. Έχουν ζήσει σαράντα τρία χρόνια πολέμου. Σκεφτείτε πόσο μόνο πέντε ή δέκα χρόνια εμφυλίου πολέμου και εισβολής έχουν σημαδέψει τόσες πολλές χώρες. Τώρα σκεφτείτε σαράντα τρία χρόνια.

Η Καμπούλ, η Κανταχάρ και η Μαζάρ, οι τρεις σημαντικότερες πόλεις, έχουν πέσει όλες χωρίς βία. Αυτό συμβαίνει επειδή οι Ταλιμπάν, όπως λένε συνεχώς, θέλουν μια χώρα ειρηνική και δεν θέλουν εκδίκηση. Αλλά αυτό συμβαίνει επίσης επειδή οι άνθρωποι που δεν υποστηρίζουν, και μάλιστα αυτοί που μισούν τους Ταλιμπάν, επέλεξαν επίσης να μην πολεμήσουν.

Οι ηγέτες των Ταλιμπάν γνωρίζουν σαφώς ότι πρέπει να προσφέρουν ειρήνη.

Γι’ αυτό είναι επίσης απαραίτητο οι Ταλιμπάν να συνεχίσουν να απονέμουν δίκαιη δικαιοσύνη. Το ιστορικό τους είναι καλό. Αλλά οι πειρασμοί και οι πιέσεις της διακυβέρνησης έχουν διαφθείρει πολλά κοινωνικά κινήματα σε πολλές χώρες πριν από αυτούς.

Η οικονομική κατάρρευση είναι επίσης πολύ πιθανή. Το Αφγανιστάν είναι μια φτωχή και άνυδρη χώρα, όπου λιγότερο από το 5% της γης μπορεί να καλλιεργηθεί. Τα τελευταία είκοσι χρόνια οι πόλεις έχουν διογκωθεί πάρα πολύ. Αυτή η ανάπτυξη βασίστηκε στα χρήματα που εισέρευσαν από την κατοχή, και σε μικρότερο βαθμό από την καλλιέργεια οπίου. Χωρίς πολύ σημαντική ξένη βοήθεια από κάπου, θα υπάρξει απειλή οικονομικής κατάρρευσης.

Επειδή οι Ταλιμπάν το γνωρίζουν αυτό, προσφέρουν ρητά στις Ηνωμένες Πολιτείες μια συμφωνία. Οι Αμερικανοί θα δώσουν βοήθεια και σε αντάλλαγμα οι Ταλιμπάν δεν θα παρέχουν στέγη σε τρομοκράτες που θα μπορούσαν να εξαπολύσουν επιθέσεις όπως αυτή της 11ης Σεπτεμβρίου. Τόσο η κυβέρνηση Τραμπ όσο και η κυβέρνηση Μπάιντεν έχουν αποδεχθεί αυτή τη συμφωνία. Αλλά δεν είναι καθόλου σαφές ότι οι ΗΠΑ θα τηρήσουν αυτή την υπόσχεση.

Πράγματι, κάτι χειρότερο είναι απολύτως πιθανό. Προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις έχουν τιμωρήσει το Ιράκ, το Ιράν, την Κούβα και το Βιετνάμ για την ανυπακοή τους με μακροχρόνιες και καταστροφικές οικονομικές κυρώσεις. Θα υψωθούν πολλές φωνές στις ΗΠΑ υπέρ τέτοιων κυρώσεων, για να λιμοκτονήσουν τα παιδιά του Αφγανιστάν στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στη συνέχεια, υπάρχει η απειλή της διεθνούς ανάμειξης, της υποστήριξης διαφορετικών δυνάμεων από διαφορετικές πολιτικές ή εθνοτικές δυνάμεις στο εσωτερικό του Αφγανιστάν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ινδία, το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία, το Ιράν, η Κίνα, η Ρωσία και το Ουζμπεκιστάν θα μπουν στον πειρασμό. Αυτό έχει ξανασυμβεί, και σε μια κατάσταση οικονομικής κατάρρευσης θα μπορούσε να προκαλέσει πολέμους δι’ αντιπροσώπων.

Προς το παρόν, όμως, οι κυβερνήσεις του Ιράν, της Ρωσίας και του Πακιστάν επιθυμούν σαφώς την ειρήνη στο Αφγανιστάν.

Οι Ταλιμπάν έχουν επίσης υποσχεθεί να μην κυβερνήσουν με σκληρότητα. Αυτό είναι ευκολότερο να το λένε παρά να το κάνουν. Αντιμέτωποι με οικογένειες που έχουν συγκεντρώσει μεγάλες περιουσίες μέσω της διαφθοράς και του εγκλήματος, τι νομίζετε ότι θα θελήσουν να κάνουν οι φτωχοί στρατιώτες από τα χωριά;

Και έπειτα υπάρχει και το κλίμα. Το 1971 μια ξηρασία και ένας λιμός σε όλο τον βορρά και το κέντρο κατέστρεψε κοπάδια, καλλιέργειες και ζωές. Ήταν το πρώτο σημάδι των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στην περιοχή, η οποία έφερε και άλλες ξηρασίες τα τελευταία πενήντα χρόνια. Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, η γεωργία και η κτηνοτροφία θα γίνουν πιο επισφαλείς10.

Όλοι αυτοί οι κίνδυνοι είναι πραγματικοί. Αλλά ο συχνά διορατικός ειδικός σε θέματα ασφάλειας Antonio Giustozzi έχει εικόνα της σκέψης τόσο μεταξύ των Ταλιμπάν όσο και μεταξύ των ξένων κυβερνήσεων και των Ταλιμπάν. Το άρθρο του στην εφημερίδα The Guardian στις 16 Αυγούστου ήταν ελπιδοφόρο. Το ολοκλήρωσε ως εξής:

«Δεδομένου ότι οι περισσότερες γειτονικές χώρες επιθυμούν τη σταθερότητα στο Αφγανιστάν, τουλάχιστον προς το παρόν οι όποιες ρωγμές στη νέα κυβέρνηση συνασπισμού είναι απίθανο να αξιοποιηθούν από εξωτερικούς παράγοντες για να δημιουργήσουν ρήγματα. Αντίστοιχα, οι ηττημένοι του 2021 θα δυσκολευτούν να βρουν κάποιον πρόθυμο ή ικανό να τους υποστηρίξει στην έναρξη κάποιου είδους αντίστασης. Εφόσον η νέα κυβέρνηση συνασπισμού περιλαμβάνει βασικούς συμμάχους των γειτόνων του, πρόκειται για την έναρξη μιας νέας φάσης στην ιστορία του Αφγανιστάν»11.

Τι μπορούμε να κάνουμε; Να καλωσορίσουμε τους πρόσφυγες.

Πολλοί άνθρωποι στη Δύση ρωτούν τώρα: «Τι μπορούμε να κάνουμε για να βοηθήσουμε τις Αφγανές γυναίκες;». Μερικές φορές η ερώτηση αυτή υποθέτει ότι οι περισσότερες Αφγανές γυναίκες αντιτίθενται στους Ταλιμπάν και οι περισσότεροι Αφγανοί άνδρες τους υποστηρίζουν. Αυτό είναι ανοησία. Είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστεί κανείς το είδος της κοινωνίας στην οποία θα ίσχυε κάτι τέτοιο.

Αλλά υπάρχει ένα πιο συγκεκριμένο ερώτημα εδώ. Συγκεκριμένα, πώς μπορούν να βοηθήσουν τις Αφγανές φεμινίστριες;

Αυτό είναι ένα εύλογο και αξιοπρεπές ερώτημα. Η απάντηση είναι να οργανωθούμε για να τους αγοράσουμε αεροπορικά εισιτήρια και να τους δώσουμε καταφύγιο στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.

Αλλά δεν είναι μόνο οι φεμινίστριες που θα χρειαστούν άσυλο. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι που εργάστηκαν για την κατοχή ζητούν απεγνωσμένα άσυλο, μαζί με τις οικογένειές τους. Το ίδιο και μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων που εργάστηκαν για την αφγανική κυβέρνηση.

Κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους είναι αξιοθαύμαστοι, κάποιοι είναι διεφθαρμένα τέρατα, πολλοί βρίσκονται στο ενδιάμεσο, και πολλοί είναι απλώς παιδιά. Αλλά υπάρχει μια ηθική επιταγή εδώ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι χώρες του ΝΑΤΟ έχουν δημιουργήσει τεράστια δεινά εδώ και είκοσι χρόνια. Το λιγότερο, το ελάχιστο που θα έπρεπε να κάνουν είναι να σώσουν τους ανθρώπους των οποίων τις ζωές έχουν καταστρέψει.

Υπάρχει και ένα άλλο ηθικό ζήτημα εδώ. Αυτό που έμαθαν πολλοί Αφγανοί τα τελευταία σαράντα χρόνια έγινε επίσης σαφές την τελευταία δεκαετία του μαρτυρίου της Συρίας. Είναι πάρα πολύ εύκολο να κατανοήσουμε τις ατυχίες του παρελθόντος και της προσωπικής ιστορίας που οδηγούν τους ανθρώπους να κάνουν τα πράγματα που κάνουν. Η ταπεινοφροσύνη μας υποχρεώνει να κοιτάξουμε τη νεαρή κομμουνίστρια, τη μορφωμένη φεμινίστρια που εργάζεται για μια ΜΚΟ, τον βομβιστή αυτοκτονίας, τον Αμερικανό πεζοναύτη, τον μουλά του χωριού, τον μαχητή των Ταλιμπάν, την πενθούσα μητέρα ενός παιδιού που σκοτώθηκε από τις αμερικανικές βόμβες, τον Σιχ που ανταλλάζει χρήματα, τον αστυνομικό, τον φτωχό αγρότη που καλλιεργεί όπιο και να πούμε: «Εγώ πάω εκεί, αλλά με τη χάρη του Θεού» [“there but for the grace of God go I”]12.

Η αποτυχία της αμερικανικής και της βρετανικής κυβέρνησης να σώσουν τους ανθρώπους που δούλευαν γι’ αυτές ήταν ντροπιαστική και αποκαλυπτική. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αποτυχία, αλλά για επιλογή. Ο ρατσισμός κατά της μετανάστευσης βάρυνε περισσότερο τον Τζόνσον και τον Μπάιντεν από το χρέος της ανθρωπότητας.

Οι εκστρατείες για την υποδοχή των Αφγανών είναι ακόμα εφικτές. Φυσικά, ένα τόσο ισχυρό ηθικό επιχείρημα θα προσκρούει σε κάθε βήμα στον ρατσισμό και την ισλαμοφοβία. Αλλά την τελευταία εβδομάδα οι κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ολλανδίας ανέστειλαν κάθε απέλαση Αφγανών.

Από κάθε πολιτικό, οπουδήποτε, που μιλάει υπέρ των Αφγανών γυναικών πρέπει να ζητηθεί, ξανά και ξανά, να ανοίξουν τα σύνορα σε όλους τους Αφγανούς.

Και έπειτα υπάρχει και το τι μπορεί να συμβεί στους Χαζάρους. Όπως είπαμε, οι Ταλιμπάν έχουν πάψει να είναι απλώς ένα κίνημα των Παστούν και έχουν γίνει εθνικό, στρατολογώντας πολλούς Τατζίκους και Ουζμπέκους. Και επίσης, λένε, μερικούς Χαζάρους. Αλλά όχι πολλούς.

Οι Χάζαροι είναι ο λαός που παραδοσιακά ζούσε στα κεντρικά βουνά. Πολλοί μετανάστευσαν επίσης σε πόλεις όπως η Μαζάρ και η Καμπούλ, όπου εργάζονταν ως αχθοφόροι και σε άλλες χαμηλά αμειβόμενες εργασίες. Αποτελούν περίπου το 15% του πληθυσμού του Αφγανιστάν. Οι ρίζες της εχθρότητας μεταξύ Παστούν και Χαζάρων βρίσκονται εν μέρει σε μακροχρόνιες διαμάχες για τη γη και τα δικαιώματα στη βόσκηση.

Αλλά πιο πρόσφατα έχει επίσης μεγάλη σημασία το γεγονός ότι οι Χαζάροι είναι Σιίτες, ενώ σχεδόν όλοι οι άλλοι Αφγανοί είναι Σουνίτες.

Οι σκληρές συγκρούσεις μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών στο Ιράκ οδήγησαν σε διάσπαση της μαχητικής ισλαμιστικής παράδοσης. Αυτή η διάσπαση είναι περίπλοκη, αλλά σημαντική, και χρειάζεται μερικές εξηγήσεις.

Τόσο στο Ιράκ όσο και στη Συρία το Ισλαμικό Κράτος έχει διαπράξει σφαγές εναντίον Σιιτών, όπως ακριβώς σιιτικές πολιτοφυλακές έχουν σφαγιάσει Σουνίτες και στις δύο χώρες.

Τα πιο παραδοσιακά δίκτυα της Αλ Κάιντα παρέμειναν σταθερά αντίθετα στην επίθεση κατά των Σιιτών και υποστήριξαν την αλληλεγγύη μεταξύ των Μουσουλμάνων. Ο κόσμος συχνά επισημαίνει ότι η μητέρα του Οσάμα Μπιν Λάντεν ήταν η ίδια Σιίτισσα – στην πραγματικότητα Αλαουίτισσα από τη Συρία. Αλλά η ανάγκη της ενότητας ήταν πιο σημαντική. Αυτό ήταν το κύριο ζήτημα στη διάσπαση μεταξύ της Αλ Κάιντα και του Ισλαμικού Κράτους.

Στο Αφγανιστάν οι Ταλιμπάν υποστήριξαν επίσης με έμφαση την ισλαμική ενότητα. Η σεξουαλική εκμετάλλευση των γυναικών από το Ισλαμικό Κράτος είναι επίσης βαθιά αποκρουστική για τις αξίες των Ταλιμπάν, οι οποίοι είναι βαθιά σεξιστές αλλά πουριτανικοί και μετριοπαθείς. Για πολλά χρόνια οι Αφγανοί Ταλιμπάν ήταν συνεπείς στη δημόσια καταδίκη όλων των τρομοκρατικών επιθέσεων κατά Σιιτών, Χριστιανών και Σιχ.

Ωστόσο, αυτές οι επιθέσεις συμβαίνουν. Οι ιδέες του Ισλαμικού Κράτους είχαν ιδιαίτερη επιρροή στους Πακιστανούς Ταλιμπάν. Οι Αφγανοί Ταλιμπάν είναι μια οργάνωση. Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν είναι ένα πιο χαλαρό δίκτυο, που δεν ελέγχεται από τους Αφγανούς. Έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες βομβιστικές επιθέσεις εναντίον Σιιτών και Χριστιανών στο Πακιστάν.

Το Ισλαμικό Κράτος και το δίκτυο Χακκανί είναι αυτοί που πραγματοποίησαν τις πρόσφατες ρατσιστικές τρομοκρατικές βομβιστικές επιθέσεις εναντίον Χαζάρων και Σιχ στην Καμπούλ. Η ηγεσία των Ταλιμπάν έχει καταδικάσει όλες αυτές τις επιθέσεις.

Αλλά η κατάσταση είναι ρευστή. Το Ισλαμικό Κράτος στο Αφγανιστάν είναι μια μειοψηφική απόσχιση από τους Ταλιμπάν, που εδρεύει κυρίως στην επαρχία Νινγκραχάρ στα ανατολικά. Είναι έντονα αντι-σιίτες. Το ίδιο ισχύει και για το δίκτυο Χακκανί, μια παλιά ομάδα μουτζαχεντίν που ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από τις πακιστανικές στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες. Ωστόσο, στο σημερινό μείγμα, το δίκτυο Χακκανί έχει ενσωματωθεί στην οργάνωση των Ταλιμπάν και ο ηγέτης τους είναι ένας από τους ηγέτες των Ταλιμπάν.

Αλλά κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι επιφυλάσσει το μέλλον. Το 1995 μια εξέγερση των Χαζάρων εργατών στη Μαζάρ εμπόδισε τους Ταλιμπάν να αποκτήσουν τον έλεγχο του βορρά. Αλλά οι παραδόσεις της αντίστασης των Χαζάρων πηγαίνουν πολύ βαθύτερα και μακρύτερα από αυτό.

Οι Χαζάροι πρόσφυγες στις γειτονικές χώρες μπορεί επίσης να κινδυνεύουν τώρα. Η κυβέρνηση του Ιράν συμμαχεί με τους Ταλιμπάν και τους εκλιπαρεί να είναι ειρηνικοί. Το κάνουν αυτό επειδή υπάρχουν ήδη περίπου τρία εκατομμύρια Αφγανοί πρόσφυγες στο Ιράν. Οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκονται εκεί εδώ και χρόνια, οι περισσότεροι είναι φτωχοί εργάτες των πόλεων και οι οικογένειές τους, και η πλειοψηφία τους είναι Χαζάροι. Πρόσφατα η ιρανική κυβέρνηση, σε απελπιστική οικονομική κατάσταση και η ίδια, άρχισε να απελαύνει Αφγανούς πίσω στο Αφγανιστάν.

Υπάρχουν περίπου ένα εκατομμύριο πρόσφυγες Χαζάροι και στο Πακιστάν. Στην περιοχή γύρω από την Κουέτα περισσότεροι από 5.000 από αυτούς έχουν σκοτωθεί σε θρησκευτικές σεχταριστικές δολοφονίες και σφαγές τα τελευταία χρόνια. Η πακιστανική αστυνομία και ο στρατός δεν κάνουν τίποτα. Δεδομένης της μακροχρόνιας υποστήριξης του πακιστανικού στρατού και των μυστικών υπηρεσιών προς τους Αφγανούς Ταλιμπάν, αυτοί οι άνθρωποι θα διατρέξουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτή τη στιγμή.

Τι πρέπει να κάνουμε, έξω από το Αφγανιστάν; Όπως οι περισσότεροι Αφγανοί, προσευχηθείτε για ειρήνη. Και να συμμετάσχετε σε διαμαρτυρίες για ανοιχτά σύνορα.

Θα αφήσουμε τον τελευταίο λόγο στον Graham Knight. Ο γιος του, λοχίας Μπεν Νάιτ της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας, σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν το 2006. Αυτή την εβδομάδα ο Graham Knight δήλωσε στην Press Association ότι η βρετανική κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε κινηθεί γρήγορα για τη διάσωση των πολιτών:

«Δεν εκπλαγήκαμε που οι Ταλιμπάν πήραν την εξουσία, διότι μόλις οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί είπαν ότι θα έφευγαν, ξέραμε ότι αυτό θα συνέβαινε. Οι Ταλιμπάν έκαναν πολύ ξεκάθαρη την πρόθεσή τους ότι, μόλις φύγουμε, θα επέμβουν.

Όσο για το αν χάθηκαν ανθρώπινες ζωές μέσα από έναν πόλεμο που δεν μπορούσε να κερδηθεί, νομίζω ότι πράγματι χάθηκαν. Νομίζω ότι το πρόβλημα ήταν ότι πολεμούσαμε ανθρώπους που ήταν ντόπιοι στη χώρα. Δεν πολεμούσαμε τρομοκράτες, πολεμούσαμε ανθρώπους που πραγματικά ζούσαν εκεί και δεν τους άρεσε η παρουσία μας εκεί».13

Βιβλιογραφία

Fluri, Jennifer L. and Rachel Lehr. 2017. The Carpetbaggers of Kabul and Other American-Afghan Entanglements. Athens OH: University of Georgia Press.

Giustozzi, Antonio. 2007. Koran, Kalashnikov and Laptop: The Neo-Taliban Insurgency in Afghanistan. London: Hurst.

—, (επιμ.). 2009. Decoding the New Taliban: Insights from the Afghan Field. London: Hurst.

—, 2021. ‘The Taliban have retaken Afghanistan – this time, how will they rule it?’, The Guardian, 16 Αυγούστου.

Gregory, Thomas. 2011. ‘Rescuing the Women of Afghanistan: Gender, Agency and the Politics of Intelligibility.’ University of Manchester PhD thesis.

Hirschkind, Charles and Saba Mahmood. 2002. ‘Feminism, the Taliban and the Politics of Counterinsurgency.’ Anthropological Quarterly, 75(2): 339-354.

Hughes, Dana. 2012. ‘The First Ladies Club: Hillary Clinton and Laura Bush for the Women of Afghanistan.’ ABC News, 21 Μαρτίου.

Jalalzai, Zubeda and David Jefferess, (επιμ.). 2011. Globalizing Afghanistan: Terrorism, War, and the Rhetoric of Nation Building. Durham: Duke University Press.

Klaits, A. & G. Gulmanadova-Klaits. 2005. Love and War in Afghanistan, New York: Seven Stories.

Kolhatkar, Sonali and James Ingalls. 200. Bleeding Afghanistan: Washington, Warlords, and the Propaganda of Silence. New York: Seven Stories.

Lindisfarne, Nancy. 2002a. ‘Gendering the Afghan War.’ Eclipse: The Anti-War Review, 4: 2-3.

—. 2002b. ‘Starting from Below: Fieldwork. Gender and Imperialism Now.’ Critique of Anthropology, 22(4): 403-423, and in Armbruster and Laerke, 23-44.

—. 2012. ‘Exceptional Pashtuns?’ Class Politics, Imperialism and Historiography.’ In Marsden and Hopkins.

Lindisfarne, Nancy and Jonathan Neale, 2015. ‘Oil Empires and Resistance in Afghanistan, Iraq and Syria.’ Anne Bonny Pirate.

—. 2019. ‘Oil, Heat and Climate Jobs in the MENA Region.’ In Environmental Challenges in the MENA Region: The Long Road from Conflict to Cooperation, επιμέλεια Hamid Pouran and Hassan Hakimian, 72-94. London: Ginko.

Manchanda, Nivi. 2020. Imagining Afghanistan: The History and Politics of Imperial Knowledge. Cambridge: Cambridge University Press.

Marsden, Magnus and Benjamin Hopkins, (επιμ.). 2012. Beyond Swat: History, Society and Economy along the Afghanistan-Pakistan Frontier. London: Hurst.

Mihailovič, Konstantin. 1975. Memoirs of a Janissary. Ann Arbor: University of Michigan Press.

Mount, Ferdinand. 2008. Cold Cream: My Early Life and Other Mistakes. London: Bloomsbury.

Mousavi, Sayed Askar, 1998. The Hazaras of Afghanistan: An Historical, Cultural, Economic and Political Study. London: Curzon.

Neale, Jonathan. 1981. ‘The Afghan Tragedy.’ International Socialism, 12: 1-32.

—. 1988. ‘Afghanistan: The Horse Changes Riders,’ Capital and Class, 35: 34-48.

—. 2002. ‘The Long Torment of Afghanistan.’ International Socialism 93: 31-59.

—. 2008. ‘Afghanistan: The Case Against “the Good War”.’ International Socialism, 120: 31-60.

Nojumi, Neamatollah. 2002. The Rise of the Taliban in Afghanistan. New York: Palgrave.

Rico, Johnny. 2007. Blood Makes the Grass Grow Green: A Year in the Desert with Team America. New York: Presidio.

Tapper (Lindisfarne), Nancy. 1991. Bartered Brides: Politics, Gender and Marriage in an Afghan Tribal Society. Cambridge: Cambridge University Press.

Tapper, Richard, (επιμ.). 1983. The Conflict of Tribe and State in Iran and Afghanistan. London: Croom Helm.

Tapper, Richard, with Nancy Lindisfarne. 2020. Afghan Village Voices: Stories from a Tribal Community. London: I.B. Tauris.

The Guardian, 2021. ‘Afghanistan Live News.’ 16 Αυγούστου.

Ward, Lucy, 2001. ‘Leader’s Wives Join Propaganda War.’ The Guardian, 17 Νοεμβρίου.

Zaeef, Abdul, 2010. My Life with the Taliban. London: Hirst.

Zilizer, Barbie. 2005. ‘Death in Wartime: Photographs and the ‘Other War’ in Afghanistan.’ The Harvard International Journal of Press/Politics, 10(3): 26-55.

Σημειώσεις

1 Βλέπε ιδίως Nancy Tapper (Lindisfarne), 1991- Lindisfarne, 2002a, 2002b και 2012- Lindisfarne και Neale, 2015- Neale, 1981, 1988, 2002 και 2008- Richard Tapper με Lindisfarne, 2020.

2 Giustozzi, 2007 και 2009 είναι ιδιαίτερα χρήσιμα.

3 Για την ταξική βάση των Ταλιμπάν, βλέπε Lindisfarne, 2012, και πολλά κεφάλαια άλλων συγγραφέων στο Marsden and Hopkins, 2012. Και βλέπε Moussavi, 1998- Nojumi, 2002- Giustozzi, 2008 και 2009- Zareef, 2010.

4 Zilizer, 2005.

5 Υπάρχει μια τεράστια βιβλιογραφία για τη διάσωση των Αφγανών γυναικών. Βλέπε Gregory, 2011- Lindisfarne, 2002a- Hirschkind και Mahmood, 2002- Kolhatkar και Ingalls, 2006- Jalalzai και Jefferess,2011- Fluri και Lehr, 2017- Manchanda, 2020.

6 Ward, 2001.

7 Lindisfarne και Neale, 2015.

8 Richard Tapper, 1983.

9 [Σ.τ.Μ.:] Στη διεθνή πολιτική, η ήπια ισχύς είναι η ικανότητα προσέλκυσης και συνεργασίας και όχι εξαναγκασμού – σε αντίθεση με τη σκληρή ισχύ.

10 Για την ξηρασία του 1971, βλέπε Tapper and Lindisfarne, 2020. Για την πιο πρόσφατη κλιματική αλλαγή, βλέπε Lindisfarne and Neale, 2019.

11 Giustozzi, 2021.

12 [Σ.τ.Μ.:] Η φράση αποδίδεται στον Τζον Μπράντφορντ (1510–1555) Άγγλο Μεταρρυθμιστή που καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε για υποτιθέμενα εγκλήματα κατά της βασίλισσας Μαρίας Α΄. Σημαίνει περίπου “η μοίρα της ανθρωπότητας είναι και δικιά μου”, ή “η μοίρα της ανθρωπότητας είναι στα χέρια του θεού” και προέρχεται από την Προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου (15: 8-10): “ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη κἀμοί. ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὃς οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ· χάριτι δὲ Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι· καὶ ἡ χάρις αὐτοῦ ἡ εἰς ἐμὲ οὐ κενὴ ἐγενήθη, ἀλλὰ περισσότερον αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα, οὐκ ἐγὼ δέ, ἀλλ᾿ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί.” (“there but for the grace of God go I”, Wiktionaryhttps://en.wiktionary.org/wiki/there_but_for_the_grace_of_God_go_I και “John Bradford”, Wikipedia , https://en.wikipedia.org/wiki/John_Bradford). Σήμερα χρησιμοποιείται για να αναγνωριστεί ότι κάποιος/α είναι τυχερός /η που δεν βρίσκεται στην ίδια ατυχή ή δυσάρεστη κατάσταση με κάποιον άλλον.

13 The Guardian, 2021.

Yanis Varoufakis: On this, the 6th edition of LET’S TALK IT OVER, the whole gang (Brian Eno, Ken Loach, Yanis Varoufakis & Roger Waters, chaired as always by Frank Barat) is on stage – to chat about lessons progressives must/can learn from… football. It turned out a fun, and possibly, insightful, hour. Whatever the quality of our musings (which I leave to use to judge), there were also two funny moments:
When Ken Loach was stood on his head, reminding us lefties of what Marx did to Hegel:  And when Mowgli decided I had said enough and it was time to take him to the beach:
After our chat was over, I felt sufficiently inspired after our chat to put down some of the thoughts I had tried to express. For what they are worth, here they are:
Contemporary societies, comprising atomised persons, deny men and women the experience of solidarity. Importantly, football is the last bastion of solidarity. It actually provides solidarity in oodles, sometimes to the point of shared frenzy.
And, yes, it is the beautiful game. Football’s beauty at times reaches the heights of an art that can take your breath away.
Moreover, football offers excitement, a simulation of bloody war, or at least skirmishes that would otherwise cause the police to step in. It provides people with an opportunity to experience tribal rituals and, at once, community festivals. It even brings on moments of ancient Greek tragedy – in the form of the penalty shootouts English fans know so well.
And then there is the special relationship between fans and players – a unique relationship that ordinary people cannot have with Hollywood stars or outsized basketball players: footballers look and sound very much like them. And that’s why they celebrate them: as their alter egos.
Football is also a little like Greek or Catholic Easter: It is uniquely able to bring under the same roof fascists and the leftists they seek to exterminate. On the terraces, we find neofascist white supremacists and Marxist trades unionists. On the pitch, sophisticated leftists like Socrates and Cantona and Tory icons like David Beckham.
Time for a personal story: I was ten. It was 1971. Panathinaikos was playing Red Star Belgrade in Athens in the European Championships semifinals – which they won, earning a place in the final, at Wembley versus Ajax.  Those were bleak days in the midst of the fascist dictatorship (1967-1974). Our fascist rulers were in the stadium, cheering. I remember watching the match in television with my mother, both of us cheering the Greek team’s victory despite knowing full well that at a stone’s throw distance from the stadium there was a torture chamber (run by ESA, the feared military police) were democrats were being tortured and maimed, including my mum’s brother. I mention this story as the best example I can think of the paradox that is football.
Football is too complicated politically to portray in black and white terms. Yes, football affords the working class the illusion that their rituals are better than the bourgeoisie’s. But, beware: this is NOT a revolutionary feeling, but one that makes exploited workers more willing, even enthusiastic, to endure their exploitation – it makes them more reluctant to become agents of change.
Even worse, football is a breeding ground for outraged populism – recall the recent revolt against corporate bastards who tried to take over the beautiful game with their plans for a Superleague. The same fans who celebrate when a rich bastard buys their club and promises to spend millions to buy star players!
Yes, football is the opium of the people. But, like the most effective mind-altering drugs, football offers humans invaluable comfort in the midst of a cruel social order – and it captures much that is human. Because I agree with Karl Marx who once said that ‘Nothing human is alien to me”, I feel I have no right to be a stranger to football.
So, with this excuse, let me declare my undying commitment to Panionios, my struggling Greek team founded by refugees who arrived here in 1922. And let me finish with a “Come on you Reds”, meaning both socialists and Liverpool, an association whose credibility we owe to that great socialist Bill Shankly.

Yanis Varoufakis’ op-ed in Green Central Banking

The very fact we’re discussing the idea of green central banking is a reminder that we live in desperate times. It demonstrates that good people, who care passionately about the green transition, have given up hope of living in functioning democracies willing and able to pursue our common interest.

Since the 1970s, our Western regimes have adopted the mantle of central bank independence. Independence from what? From grubby politicians eager to use the central bank’s printing presses to feather their nests, comes the standard answer. Which, in practice, means independence from parliament.

But this also places highly political decisions (for instance, an increase in interest rates that shifts power from debtors to creditors, or the purchase of an energy company’s bonds) beyond the reach of the demos and into the hands of an oligarchy which has traditionally profited from policies destroying the planet. Indeed, every time political decisions are disguised as technical ones and removed from the democratic realm, the result is toxic policies and economic failure.

While I am heartened by the recent urgency to enlist monetary policy in the pursuit of the green transition, what fills my heart with sadness is that all the recent talk of ‘greening’ central banks is unaccompanied by any challenge to the notion of central bank independence.

Depoliticising political decisions

Just like monetary policies, green policies are – and can never be anything other than – political choices. Whether we introduce a carbon tax or divest from fossil fuels or boost nuclear energy, every such decision has different effects on different people, communities and social classes. They are political through and through. To leave both monetary and green policies to nominally independent central banks is, effectively, to subcontract every decision that matters to the oligarchy to which central banks are beholden.

In reality, what has been happening is that since the 1970s central bank independence has been an excuse for formally depoliticising political decisions. In other words, of intentionally shrinking democracy and ditching the notion that crucial political decisions must be reached democratically.

Central banks can never be, and have never been, independent. Their legal independence has simply bolstered their dependence on bankers, on creditors, on multinational corporate interests. To place one’s hopes of a green transition on these same central banks is to legitimise the dwindling of democracy while turning citizens into denizens pleading with central bankers to save the planet on their behalf.

Understandably, central bankers like Christine Lagarde, president of the European Central Bank (ECB), cannot come out into the open to challenge basic articles of the charters that bind them professionally and legally. Being legally bound to not criticise central bank independence, it is natural for them to express any concern they have for the planet by seeking to ‘green’ their institution’s practices – for instance, to rule out collateral bonds that were used to finance lignite-powered electricity generation.

But for democrats keen to push for the green transition, it is logically and ethically impermissible to go on and on about the importance of ‘greening’ our central banks while staying mute on the antidemocratic travesty that is a pretence to central bank independence.

One may counterargue that, be that as it may, we are saddled with central banks whose charters are what they are. Given the climate emergency, can we afford to waste years debating new charters and fresh mandates for our central banks? Should we not do whatever it takes in the short term, within existing central bank charters, to discourage pollution and bolster green investments?

Yes, of course we should. Central banks must be pressed immediately into the service of the task in hand. Except this cannot and should not be done by having them apply political or environmental criteria to their lending practices, including quantitative easing.

Modifying the ECB’s mandate

To illustrate my point, compare and contrast two approaches for using the ECB’s firepower in pursuit of a genuine European green new deal.

One approach, which I refer to as ‘collateral tinkering’, is to tamper with the ECB’s collateral rulebook, by linking the haircut it applies to collateral corporate bonds to the carbon footprint of the relevant corporation. For instance, lending only 40% of an ExxonMobil bond posted as collateral, but raising this to 70% if the oil giant mothballs all future drilling projects.

The problem with this is threefold: legal, political and practical. Legally, the ECB’s mandate as specified in its charter must be extended beyond its current mono-commitment to price stability – a task that will involve 27 parliaments agreeing to a new charter.

But, even if this obstacle can be overcome or sidestepped, and everyone turns a blind eye to the new collateral rules, the political problem remains: who will decide which haircut applies to which bond? Subcontracting such a colossal political decision to unelected central bankers would constitute democracy’s last straw.

And then there is the question of the policy’s impracticality: how can the ECB monitor that ExxonMobil will make best green use of the funds it receives, courtesy of divesting from future oil drilling and securing a smaller haircut for its bonds? What can the ECB do if, say, it discovers that ExxonMobil took the money and, instead of investing into solar or wind, used it to buy back its own shares? The answer is depressingly little.

Forging an EIB-ECB alliance

The second approach is to leave the ECB’s charter alone (for now at least), but have the EU Council announce that it is instructing the European Investment Bank to issue new bonds annually to the tune of 5% of EU GDP to fund the green transition. As the ECB is already buying as many EIB bonds as it can find, legally within its existing charter, this announcement effectively forges an EIB-ECB alliance.

A casual statement by the ECB that it will continue to purchase EIB bonds will ensure that, without a cent of new taxes, the EU now has 5% of its GDP to invest annually directly into green energy, transport, agriculture and heavy industry. This will allow the EU to channel real money into green investments of our governments’ collective choice. No ECB charter changes, no collateral tinkering, just immediate green action.

While this move would not democratise the ECB in itself (that would have to come later), it would limit the ECB’s political decision-making and assign the selection of green projects to elected politicians at the EU Council and the European Parliament.

And yet we hear nothing of an EIB-ECB Alliance – such a move would be legal and most effective in harnessing the ECB’s firepower to Europe’s green transition. But our ears are buzzing with all the talk about green central banking relying on legally suspect and practically inefficient ‘collateral tinkering’.

Why? Because the powers-that-be are prepared to sacrifice the Earth before they allow for the re-democratisation of political decisions it took them so long to take off the demos’ hands.

Γιάνης Βαρουφάκης

«Έτσι τελειώνει ο κόσμος», έγραφε ο T.S Eliot: «Όχι με εκκωφαντική έκρηξη αλλά μ΄ έναν λυγμό». Κάτι αντίστοιχο συνέβη στον καπιταλισμό, χωρίς να το πάρουμε καν είδηση: Μας «τελείωσε» όχι επειδή επαναστατήσαμε για να τον ανατρέψουμε αλλά επειδή ο ίδιος έπεσε θύμα του εαυτού του, της πιο πρόσφατης μετάλλαξής του. Ακριβώς όπως ο ίδιος ο καπιταλισμός παραγκώνισε την φεουδαρχία σταδιακά, υποχθόνια, έως ότου κάποια στιγμή οι περισσότερες κοινωνικές σχέσεις μετεξελίχθηκαν από φεουδαρχικές σε αγοραίες σχέσεις, έτσι και σήμερα ο καπιταλισμός παραγκωνίζεται από ένα νέο, ακόμα πιο έντονα, εκμεταλλευτικό σύστημα: την τεχνοφεουδαρχία.

Κατανοώ ότι η πιο πάνω άποψη σηκώνει σοβαρή συζήτηση, αμφισβήτηση ίσως. Είναι αλήθεια ότι έχουμε χορτάσει ψευδείς προφητείες για τον θάνατο του καπιταλισμού, ιδίως από κύκλους της Αριστεράς. Κάθε φορά που εν μέσω κρίσης κάποιοι κήρυτταν το τέλος του, ο καπιταλισμός τους έβγαζε την γλώσσα επιστρέφοντας δριμύτερος. Όμως, αυτή την φορά, θεωρώ ότι ο καπιταλισμός πέρασε το σημείο μη επιστροφής του.

Τα σημάδια αυτού του ιστορικού μετασχηματισμού πρωτοεμφανίστηκαν μετά το 2008 (που αλλού;) στις χρηματαγορές. Από τότε παρατηρούμε πρωτόγνωρα φαινόμενα: Οι τιμές των μετοχών και των ομολόγων, που θα έπρεπε να είναι αντιστρόφως ανάλογες, εκτινάσσονται στην στρατόσφαιρα χέρι-χέρι. Ακόμα κι όταν κάποιες φορές υποχωρούν, πάλι μαζί πηγαίνουν. Αντίστοιχη παραβίαση βασικών αρχών των καπιταλιστικών αγορών παρατηρούμε όσον αφορά εκείνο που οι χρηματιστές ορίζουν ως το «κόστος του κεφαλαίου» (δηλαδή τις αποδόσεις που πρέπει να αναμένει κάποιος για να αξίζει να αγοράσει κάποιο «χαρτί»: μετοχή, ομόλογο, προαίρεση, ασφαλιστικό συμβόλαιο κλπ). Αντί να πέφτει όταν αυξάνονται τα σκαμπανεβάσματα των χρηματαγορών (δηλαδή όταν αυξάνεται η «αβεβαιότητα»), τα τελευταία χρόνια – ιδίως μέσω πανδημίας – το αντίθετο γίνεται: το κόστος του κεφαλαίου αυξάνεται κι αυτό.

Βέβαια, τέτοιου είδους παρατηρήσεις έκρουαν καμπανάκια μόνο στο νου των πολύ ειδικών. Όμως, εν μέσω πανδημίας, τα εν λόγω φαινόμενα πήραν διαστάσεις που κρούουν κώδωνες κινδύνου για όλες και όλους, ειδικούς και μη. Το καλύτερο παράδειγμα είναι εκείνο που συνέβη στο Λονδίνο το περασμένο καλοκαίρι, την 12 Αυγούστου λίγο μετά τις 9πμ για να είμαι ακριβής: Ανακοινώθηκε από τις αρχές ότι, κατά το πρώτο επτάμηνο του 2020, το Βρετανικό εθνικό εισόδημα (το ΑΕΠ) μειώθηκε πάνω από 20% – μια πτώση μεγέθους πολύ μεγαλύτερου από τις προσδοκίες και των πιο απαισιόδοξων οικονομολόγων. Το ενδιαφέρον είναι τι ακολούθησε περίπου 20 λεπτά της ώρας αργότερα: Το χρηματιστήριο του Λονδίνου ανέβηκε 2%!

Κάτι τέτοιο δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ στην ιστορία του διεθνούς καπιταλισμού. Ναι, έχει συμβεί να ανεβαίνουν τα χρηματιστήρια μετά από «κακά μαντάτα», όταν τα μαντάτα ήταν μεν κακά αλλά οι χρηματιστές τα περίμεναν χειρότερα απ’ ότι απεδείχθησαν. Όμως, το να έρχονται μαντάτα χειρότερα από τα αναμενόμενα και να ανεβαίνει το χρηματιστήριο, αυτό πρώτη φορά συνέβη. Αποδεικνύει ότι, πλέον, χωρίς αμφιβολία, οι χρηματαγορέςαποκολλήθηκαναπότονκαπιταλισμό.

Ακόμα κι έτσι να είναι, θα αναρωτηθεί εύλογα κάποιος αν τέτοια φαινόμενα υποστηρίζουν την υπόθεσή μου ότι το σύστημα στο οποίο ζούμε δεν μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί καπιταλισμός. Ο καπιταλισμός έχει αλλάξει πολλές μορφές στο παρελθόν. Δεν είναι πιο ρεαλιστικό και σώφρον να υποθέσουμε ότι μεταμορφώνεται ξανά, χωρίς να παύει να είναι καπιταλισμός; Μπορεί, αλλά δεν αληθεύει! Αυτό που ζούμε δεν είναι άλλη μια, έστω και ακραία, μεταμόρφωση του καπιταλισμού. Είναι κάτι πιο βαθύ, πιο ανησυχητικό, πιο δομικό.

Ναι, ο καπιταλισμός έχει όντως αλλάξει ριζικά δυο φορές από τον 19 αιώνα και ύστερα, σε βαθμό που έγινε σχεδόν αγνώριστος. Η πρώτη του μεγάλη μεταμόρφωση, από την ανταγωνιστική στην μονοπωλιακή του μορφή, συνέπεσε με την δεύτερη βιομηχανική επανάσταση – τότε που ο ηλεκτρομαγνητισμός έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία των εταιρειών-δικτύων καθώς και των μεγα-τραπεζών που απαιτούνταν για την χρηματοδότησή τους. Η Φορντ, η Έντισσον κι η Κρουπ αντικατέστησαν τον φούρναρη, τον χασάπη και τον ζυθοποιό του Άνταμ Σμιθ ως οι βασικοί προωθητές της Ιστορίας. Το αποτέλεσμα ήταν οι γιγάντιες αλυσίδες κολοσσιαίων χρεών και κερδών που, σπάζοντας, έφεραν το Κραχ του 1929, το Νιου Ντηλ του Ρούζβελτ, τον φασισμό, τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και, μεταπολεμικά, το σύστημα Μπρέτον Γουντς – το οποίο, θέτοντας δρακόντειους περιορισμούς στους τραπεζίτες, δημιούργησε τις συνθήκες μιας μοναδικής σταθερότητας του καπιταλισμού για δύο δεκαετίες (1950-1970).

Το τέλος του Μπρέτον Γουντς, τον Αύγουστο του 1971, οδήγησε στην δεύτερη καίρια μεταμόρφωση του καπιταλισμού. Καθώς το όλο και διογκούμενο εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ μετατράπηκε στην πηγή παγκόσμιας ενεργούς ζήτησης (απορροφώντας στην αμερικανική αγορά τις καθαρές εξαγωγές της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και, αργότερα, της Κίνας), η οικονομία των ΗΠΑ ενεργοποίησε την πιο σαρωτική περίοδο παγκοσμιοποίησης. Και πως καλυπτόταν το όλο και διογκούμενο εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ; Με συνεχείς ροές των κερδών του γερμανικού, ιαπωνικού και, αργότερα, κινεζικού κεφαλαίου πίσω στην ΓουόλΣτριτ – έτσι ώστε να κλείνει ο κύκλος.

Όμως για να παίξει αυτό τον ρόλο η Γουόλ Στριτ, οι τραπεζίτες της απαίτησαν πλήρη απελευθέρωση από όλους τους περιορισμούς που τους είχαν επιβληθεί αρχικά από το Νιου Ντηλ και αργότερα από το σύστημα Μπρέτον Γουντς. Με την άρση των περιορισμών, την λεγόμενη «απορρύθμιση» της οποίας ο νεοφιλελευθερισμός ήταν η ιδεολογική κάλυψη, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός μεταμορφώθηκε σε χρηματοπιστωτικό ή τραπεζοκρατικό καπιταλισμό. Όπως ογδόντα χρόνια πριν η Φορντ, η Έντισσον κι η Κρουπείχαν αντικαταστήσει τον φούρναρη, τον χασάπη και τον ζυθοποιό του Άνταμ Σμιθ, έτσι και από το 1971 η ΓκόλντμανΣακς, η Τζ.Π. Μόργκαν κι η Λήμαν αναδείχθηκαν στους νέους προωθητές της Ιστορίας

Αν κι αυτές οι μεταμορφώσεις του καπιταλισμού έφεραν συγκλονιστικές εξελίξεις (την Μεγάλη Ύφεση μετά το Κραχ του 1929, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Μεγάλη Ύφεση μετά το Κραχ του 2008 – του οποίου η «Χρεοδουλοπαροικία η Ελλάς» είναι άμεσο αιτιατό), δεν άλλαξαν το βασικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού: ένα σύστημα του οποίου βασικό «καύσιμο» είναι το ιδιωτικό χρέος και οι πρόσοδοι που εξάγουν οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής μέσα από κάποια αγορά.

Ναι, η μετάβαση από τον ανταγωνιστικό καπιταλισμό (που περιέγραφε ο Σμιθ) στον μονοπωλιακό καπιταλισμό (τον οποίο ανέλυαν ο Χόμπσον, η Λούξεμπουργκ κι ο Λένιν) αύξησε υπέρμετρα τα κέρδη και επέτρεψε στις επιχειρήσεις-κολοσσούς να χρησιμοποιούν την τεράστια αγοραία δύναμή τους (δηλαδή, την απουσία ανταγωνιστών) ώστε να οικειοποιούνται όχι μόνο την υπεραξία των εργαζόμενων αλλά και μεγάλο μέρος του πλεονάσματος των καταναλωτών.

Ναι, μετά το 1971, η Γουόλ Στριτ κατάφερε να εξάγει προσόδους από το σύνολο των κοινωνιών με ευφάνταστες μορφές αγοραίας κλοπής. Παρόλα αυτά, τόσο ο μονοπωλιακός όσο και ο τραπεζοκεντρικός καπιταλισμός κινητοποιούνταν από ιδιωτικά κέρδη στα οποία προστίθεντο πρόσοδοι που συσσωρεύονταν σε κάποια αγορά – την οποία μονοπωλούσε, π.χ., μια Τζένεραλ Μότορς ή την οποία δημιουργούσε μια Γκόλντμαν Σακς.

Κάποια στιγμή, μετά το 2008, όλα άλλαξαν. Η «ασυνέχεια» συμπίπτει με την στιγμή που οι κεντρικές τράπεζες των G7, συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 2009, συντόνισαν το τύπωμα ποταμών δημόσιου χρήματος με σκοπό την διάσωση των τραπεζών. Σήμερα, η δύναμη που κινεί την παγκόσμια οικονομία δεν είναι πλέον τα ιδιωτικά κέρδη αλλά αυτό το χρήμα που παράγουν, από το 2008 ως σήμερα, οι κεντρικές τράπεζες. Παράλληλα, η εξαγωγή υπεραξίας συνεχώς μεταφέρεται από τις αγορές σε ψηφιακές πλατφόρμες (π.χ. Facebook, Uber, Amazon, Airbnb) οι οποίες, αντί να λειτουργούν ως μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές εταιρείες, θυμίζουν ιδιωτικά φέουδα.

Το γεγονός ότι το οικονομικό σύστημα το κινούν οι ισολογισμοί των κεντρικών τραπεζών, κι όχι τα ιδιωτικά κέρδη, εξηγεί τα πρόσφατα πρωτόγνωρα φαινόμενα, π.χ. τι συνέβη στο Λονδίνο την 12 Αυγούστου 2020. Ακούγοντας τα κακά μαντάτα, οι χρηματιστές σκέφτηκαν: «Τέλεια! Τα πράγματα είναι τόσο άσχημα που η Κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας θα τυπώσει ακόμα περισσότερες λίρες τις οποίες θα διοχετεύσει σε εμάς. Ώρα νααγοράσουμε μετοχές!»

Σε ολόκληρη τη Δύση, οι κεντρικές τράπεζες δανείζουν στις πολυεθνικές, οι οποίες χρησιμοποιούν το χρήμα για να… αγοράζουν τις μετοχές τους στα χρηματιστήρια, με αποτέλεσμα τα χρηματιστήρια να ανεβαίνουν την ώρα που τα κέρδη είναι στο «πάτωμα». Στο μεταξύ, οι ψηφιακές πλατφόρμες αντικαθιστούν τις αγορές ως ο «τόπος» όπου εξάγονται υπεραξίες – τόσο από τους εργαζόμενους όσο και από τους καταναλωτές. Για πρώτη φορά στην ιστορία, σχεδόν όλοι μας παράγουμε δωρεάν το κεφάλαιο (δηλαδή τα κεφαλαιουχικά αγαθά) των κολοσσών. Τι άλλο νομίζετε ότι συμβαίνει κάθε φορά που αναρτάμε μια φωτογραφία στο Facebook ή μετακινούμαστε φέροντας κινητό το οποίο αναφέρει στην Google Maps το γεωγραφικό μας στίγμα;

Αν έχω δίκιο, οι επιπτώσεις στην πραγματικότητά μας είναι τεράστιες: Καμία μακροοικονομική πολιτική δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την ανεργία, έστω και πρόσκαιρα. Κανένα επιτόκιο δεν μπορεί να εξισορροπήσει ταυτόχρονα το τραπεζικό σύστημα και την σχέση αποταμιεύσεων-επενδύσεων. Όσο για την πολιτική σκηνή, η επέκταση της εκμετάλλευσης από το παραδοσιακό προλεταριάτο σε σχεδόν ολόκληρη την κοινωνία (η οποία πλέον βιώνει την συνεχή λεηλασία των νέων τεχνο-φεουδαρχών) απαιτεί εντελώς νέους κομματικούς σχηματισμούς.

Κλείνοντας, ένα σχόλιο για το ψυχολογικό εμπόδιο που δυσκολεύει εμάς τους αριστερούς να αποδεχθούμε αυτό που συμβαίνει γύρω μας. Όλη μας την ζωή λαμβάναμε ως, σχεδόν, δεδομένο πως μετά τον καπιταλισμό θα έρθει κάτι καλύτερο, πείτε το σοσιαλισμός ή όπως αλλιώς θέλετε.Δεν είναι εύκολο πράγμα να αποδεχθούμε ότι όχι μόνο αποτύχαμε να είμαστε εμείς εκείνοι που ανατρέψαμε τον καπιταλισμό αλλά και πως η τεχνοφεουδαρχία που σήμερα θριαμβεύει επί του καπιταλισμού αποτελεί ένα σύστημα εξουσίας πιο εκμεταλλευτικό, τοξικότερο, και πιο επικίνδυνο για την ανθρωπότητα από τον καπιταλισμό που υποσκάπτει και υποκαθιστά.

DiEM25 Advisory Panel member Julian Assange has been deprived of his freedom – freedom of life, freedom of speech, freedom of the press – for almost 10 years.

It is urgent to continue to fight for Julian Assange and for all whistleblowers who are deprived of their freedoms and rights in so-called democratic states.

To mark the 50th anniversary of the Wikileaks founder, and to support all those who, like him, have had their lives compromised for defending the truth, DiEM25 members will take to the streets in front of UK and U.S embassies in several European cities such as in Athens, Berlin, Brussels, London and Vilnius.

DiEMers from across Europe will protest with masks, and hold artworks from the “Raise your Voice for Assange” exhibition in their hands (an initiative of DiEM Voice, DiEM25’s cultural and artistic platform), and by standing on chairs, a replica of Davide Dormino’s #Anythingtosay project (learn more about it here).

Each protest will mark the day that gave birth to the man who radically changed the way of thinking about citizens’ right to information in our democracies and the duty to bring to court, not whistleblowers, but those who commit the real crimes against humanity.

In addition to these protests, DiEM Voice, DiEM25’s cultural and artistic platform, is preparing a special event on Voice TV, taking place on July 5 at 8 PM CEST, featuring artists Angela Richter and Davide Dormino, with moderation by Maja Pelevic. Throughout the event there will be some surprises, so stay tuned.

List of DiEM25 protests in Europe taking place on Saturday, July 3:

Credits: Aidan Clark (Raise your voice for Assange Campaign)

‘Democracy Now!’ report on the Progressive International’s Vaccine Internationalism

More than 2.6 billion COVID-19 vaccines have been administered worldwide, but many countries have yet to see a single shot amid mounting infections. Eighty-five percent of vaccines administered worldwide have been in high- and upper-middle-income countries. Only 0.3% of doses have been administered in low-income countries. Last week, G7 nations pledged to donate just 613 million new vaccine doses — far less than the 1 billion originally promised. This was the focus of an emergency four-day virtual Summit for Vaccine Internationalism this weekend, attended by government ministers, parliamentarians and public health officials from many countries, including Argentina, Bolivia, Vietnam, India, Greece, the United Kingdom, Canada and Cuba. The summit was organized by Progressive International, an organization founded by Senator Bernie Sanders and former Greek Finance Minister Yanis Varoufakis. “This is how we radicalize the world in order to be able to end the patent monopoly of Big Pharma,” says Varoufakis in his address, “so that there are no more patents that prevent people from access to pharmaceuticals … available in order to save lives.”

Transcript

This is a rush transcript. Copy may not be in its final form.

AMY GOODMAN: This is Democracy Now!The War and Peace ReportThe Quarantine Report.

We look now at the push to respond to what the World Health Organization calls “vaccine apartheid” with vaccine internationalism. More than 2.6 billion COVID-19 vaccines have been administered worldwide, but many countries have yet to see a single shot amidst mounting infections. Eighty-five percent of vaccines administered worldwide have been in high- and upper-middle-income countries. Only 0.3% of doses have been administered in low-income countries.

Last week, G7 nations pledged to donate more than 600 million new vaccine doses — far less than the 1 billion originally promised. This was the focus of an emergency four-day virtual Summit on Vaccine Internationalism this weekend, attended by government ministers, parliamentarians, public health officials from countries around the world, including Argentina, Bolivia, Vietnam, India, Greece, the United Kingdom, Canada and Cuba. The summit was organized by Progressive International, the group founded by Senator Bernie Sanders and the former Greek finance minister, Yanis Varoufakis. This is Varoufakis.

YANIS VAROUFAKIS: I want to share with you two numbers. $9,000 billion, $9,000 billion, $9 trillion — this is the sum of money that the G7, the leading economies, central banks printed to give to the bankers during the pandemic between March of 2020 and today, $9,000 billion.

Now for the second number. The International Monetary Fund has come up with an estimate of how much it would cost, at the present prices, to vaccinate the world, using existing vaccines, to vaccinate everyone fully, two doses when necessary: $39 billion.

So, compare and contrast: 9,000, 39. They printed 9,000 for the bankers, and they are still thinking about how to vaccinate the world, that would cost only 39.

We progressives, of course, never expect the central bankers of the capitalist West to produce the $39 billion, even though it would just be a touch of a button for them, to vaccinate humanity. We do not expect such humanism from them.

But, comrades, it is essential that we broadcast from the rooftops the news, for everyone to listen to, that they printed 9,000 billion, and only with 39 they could have ended the pandemic for the world, because only by demonstrating to good people out there who are not radicalized, who are not part of the Progressive International, who are not leftists, only by explaining to them that we don’t need even to wait for socialism, for nationalization of Big Pharma, for big, structural, revolutionary changes — a tiny little move of one finger within the existing awful capitalism would have saved humanity from COVID-19, and they are not doing it. This is how we inject outrage in the hearts and minds of good people out there who are not radicalized yet. This is how we radicalize the world, in order to be able to end the patent monopoly of Big Pharma, in order to internationalize, nationalize, socialize — call it whatever you will — Big Pharma, so that there are no more patents that prevent people from access to pharmaceuticals — vaccines, drugs, whatever is necessary — which is available in order to save lives.

So, let’s do it all. Expose Big Pharma, big politics, the oligarchy for their lack of willingness to do even things that are consistent with their own awful system, in order to save humanity. Work towards ending the patent system, replacing it, for instance, with a prize system. How about having a situation where we say, “Whichever company produces a vaccine against HIV, we’ll give them 5, 10 billion, but not a patent”? Then they will have to make the patent available to everyone. Support existing pharmaceutical companies in Cuba, in Africa that can produce vaccines today. And start the process of convincing the world out there who are not part of the Progressive International that they should be part of the Progressive International, radicalizing them by means of this combination of, on the one hand, demonstrating to them life-saving changes that could take place even within this global techno-feudalism, as I call global capitalism, and then harvest the ensuing anger in order to create the revolutionary progressive dynamic by which we are going to change the world, vaccinate everyone and provide the basics to everyone that needs them. Thank you.

AMY GOODMAN: That’s former Greek Finance Minister Yanis Varoufakis.

Click here to read more on the Progressive International’s Summit for Vaccine Internationalism.

Javier Moreno Zacarés, New Left Review

Notwithstanding the cyclical downturns and occasional depressions, it is customary to speak of capitalist development as a dynamic of self-expanding growth. Since the 1970s, however, stagnation has set in on a global scale amid falling profitability in the sphere of commodity production. The relocation of the world’s manufacturing base to low-wage economies has failed to offset this process—on the contrary, late industrializers have compressed the productivity gains of their predecessors into ever-shorter growth cycles, recreating their problems in an accelerated fashion. In the meantime, capital has turned to speculative ventures, promising better returns. The result has been a pattern of weak growth sustained by financial bubbles, leaving a trail of destructive crashes and jobless recoveries in the build-up to the Great Recession. In the decade since 2009, the central banks of the rich world have blanketed their anaemic economies with money, but to no avail. As growth fails to pick up, the wealthy are abdicating their investment duties, parking their capital in government bonds regardless of negative interest rates—the owners of capital are now literally paying states to take their money. Διαβάστε περισσότερα:

Συνέντευξη του Slavoj Žižek στον Δημήτρη Ν. Μανιάτη ΤΑ ΝΕΑ, 12 Ιουνίου 2021

Με τον σλοβένο σταρ φιλόσοφο Σλάβοϊ Ζίζεκ δεν ξέρεις ποτέ τι θα ακούσεις. Αν είσαι για παράδειγμα προετοιμασμένος για «βαθύ αριστερισμό» και νεολενινιστική ορολογία, έχασες. Ο Ζίζεκ δεν αναρρώνει απλώς από μια μικρή εγχείρηση στο μάτι, περνάει και μια φάση βαθέος ρεαλισμού για τα δικά του δεδομένα όπως θα διαπιστώσετε. Είχε όρεξη για συζήτηση, ρώτησε για τον καύσωνα στην Αθήνα αλλά και για το πώς είναι η δουλειά μας με την πανδημία. Με αφορμή τον χαιρετισμό που έκανε εκ του μακρόθεν και διαδικτυακά στο 1ο Διαβουλευτικό Συνέδριο του MέΡΑ25, τον βρήκαμε σπίτι του και τον ρωτήσαμε για όσα συζητά σήμερα ο κόσμος. Covid-19, τηλεργασία, Μπάιντεν, κλιματική αλλαγή, Αριστερά, Ευρώπη, Γερμανία αλλά και τα δικά μας, για τα οποία φαίνεται να έχει εικόνα και ενδιαφέρον.

Η τηλεργασία είναι το νέο θέμα που θα απασχολήσει την εργατική τάξη, κυρίως στο θέμα του χρόνου και πώς αυτός διαμοιράζεται ή καταργείται. Πώς το βλέπετε, κ. Ζίζεκ;

Συμφωνώ. Είναι τρομερό. Είναι ψυχολογικό. Ετσι είναι. Οταν είσαι για παράδειγμα στο zoom για επαγγελματικό λόγο συνεχώς, δεν μπορείς να αναπτύσσεις τις δικές σου προσωπικές σχέσεις. Από την άλλη δεν ξέρω πώς είναι στην Ελλάδα, αλλά εδώ στη χώρα μου, τη Σλοβενία, έχει σημειωθεί έκρηξη της ενδοοικογενειακής βίας ενώ έχουμε και πολλές αυτοκτονίες δυστυχώς με την τρέχουσα κρίση.

Κύριε Ζίζεκ, χαιρετίσατε το 1ο Διαβουλευτικό Συνέδριο του ΜέΡΑ25. Γιατί επιλέξατε αυτόν τον πολιτικό χώρο;

Προφανώς δεν ξέρω τόσο πολλά για αυτό το πολιτικό κόμμα. Αλλά εμπιστεύομαι τον Γιάνη Βαρουφάκη. Αυτό έχω αποκομίσει ως εμπειρία από εκείνον. Και τον ξέρω πια σχεδόν δέκα χρόνια. Είναι και προσωπικό. Και τον συμπαθώ. Ξέρετε, σήμερα έχουμε διάφορα ρεύματα στην Αριστερά και στα κινήματα. Ενα πιο ριζοσπαστικό που λέει πως δεν μπορούμε να συμμετέχουμε καν στους θεσμούς. Αλλο ρεύμα λέει πως απλώς πρέπει να περιμένουμε τη μεγάλη επανάσταση ή απλώς ας διεκδικούμε χωρίς να «λερώνουμε τα χέρια μας» με τη διαχείριση. Από την άλλη έχουμε τον ρεαλισμό του συστήματος ή μια τάση που μας θέλει μετριοπαθείς. Καταλαβαίνω πως ο Βαρουφάκης θέλει να αποφύγει και τα δύο άκρα, θέλει να μη μετανιώσει από αυτή την απόσταση που κρατά και από τα δύο. Θυμάστε και ξέρετε τι έγινε όταν ο ΣΥΡΙΖΑ εισήλθε στην κρίση με την ΕΕ. Θα σας πω πώς το είδα εγώ. Και πώς εξελίχθηκε ο συμβιβασμός με την Ευρώπη. Ο Γιάνης με έπεισε τότε ότι αν η Ελλάδα πήγαινε σε Grexit, με ευθύνη της ΕΕ, θα κατέρρεε οικονομικά (και ανθρωπιστικά), και πως ο ίδιος δεν θα ήθελε να είναι η αιτία για κάτι τέτοιο. Την ίδια ώρα όμως δεν ήθελε να συνθηκολογήσει με τους Ευρωπαίους. Αυτό δεν ξέρω πόσο ρεαλιστικό είναι, έδειξε όμως πως έχει έναν τρίτο δρόμο στο μυαλό του. Και από την άλλη, όπως έμαθα και από άλλους πολιτικούς της Ευρώπης, έστειλε το μήνυμα πως ο τότε ΣΥΡΙΖΑ ήταν η μόνη ευκαιρία για τους δανειστές για μια έντιμη λύση. Μου αρέσει αυτό το ρεαλιστικό πνεύμα. Είναι μοναδικό. Σε καιρούς πολιτικής ορθότητας ένα τέτοιο αριστερό πνεύμα λείπει.

Τι χρειαζόμαστε σήμερα;

Αυτό που σήμερα πραγματικά χρειαζόμαστε πολιτικά είναι ένας ρεαλισμός ριζοσπαστικός. Ας κάνουμε – είπε τότε – έναν έντιμο συμβιβασμό, δεν μίλησε για ιμπεριαλισμό και τέτοια. Ηταν μια καλή, ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων. Ο Βαρουφάκης ξέρει τι βλέπω ιδανικά σήμερα.

Τι αλήθεια;

Κοιτώ προς τη Βολιβία. Οχι τόσο τον Εβο Μοράλες αλλά αυτόν που εξελέγη νέος πρόεδρος από το κόμμα του. Τον Λουίς Αρσε. Τεχνοκράτης σοσιαλιστής. Και για χρόνια υπουργός Οικονομικών στη χώρα του. Οχι σαν τον Τσάβες ας πούμε ή τέτοιου είδους πολιτικούς της Αριστεράς που για τα πάντα ξορκίζουν τον ιμπεριαλισμό. Εχουμε κουραστεί από αυτό.

Αναρωτιέμαι αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μια παλιά πολιτική δύναμη ή έχει χώρο σε όλα αυτά που περιγράφετε.

Δεν ξέρω πολλά για τον ΣΥΡΙΖΑ. Στην καλύτερη στιγμή του πάντως εξέφρασε πολλών ειδών κινήματα. Από την ώρα όμως που συνθηκολόγησε με την ΕΕ έχασε αυτά τα κινήματα, τα δίκτυα ανθρώπων. Σήμερα για μένα ένα παράξενο φαινόμενο ήταν το πρόσφατο των Κίτρινων Γιλέκων στη Γαλλία. Δεν μεταφράστηκε σε μια κλασική πολιτική δύναμη. Εχουμε σήμερα νομίζω μια απόσταση μεταξύ του κόσμου και των πολιτικών αναπαραστάσεων. Δείτε ας πούμε το κίνημα των Ποδέμος. Ηταν ένα δημοφιλές και ενθουσιώδες κίνημα που γρήγορα μετεξελίχθηκε σε ένα μετριοπαθές σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα. Εχουμε σήμερα αυτή την αδυναμία. Να μετατραπεί η δυσαρέσκεια του κόσμου σε πολιτική δύναμη. Αυτό έπαθε ο ΣΥΡΙΖΑ: έφυγε από τα κινήματα, έγινε κλασική δύναμη. Δεν είναι κακό αυτό, μπορεί να είσαι ένα σοβαρό παραδοσιακό κόμμα. Δεν είναι όμως επαρκές για τα διακυβεύματα της σημερινής κρίσης.

Σήμερα πάντως φαίνεται πως από τη μία αναπτύσσεται μια πράσινη – οικολογική ηγεμονία, από την άλλη έχουμε πάντα και την Ακροδεξιά (Λεπέν στη Γαλλία για παράδειγμα). Εχει χώρο η Αριστερά;

Ξέρω την κατάσταση όπως διαμορφώνεται σε πολλές χώρες. Ναι. Ο,τι και να λένε, οι πράσινες δυνάμεις ειδικά στη Γερμανία μπορεί να είναι μετριοπαθείς αλλά είναι πάντα οικοσοσιαλιστικές. Πρέπει πάντως να ομολογήσω πως ήμουν πολύ άδικα κριτικός στον Τζο Μπάιντεν όταν τον έλεγα «Τραμπ με ανθρώπινο πρόσωπο». Εχει καλό επιτελείο που τον πιέζει σε μια καλή κατεύθυνση, ας πούμε για να δίνει λεφτά για πράσινες μεταρρυθμίσεις ή σε κοινωνική πολιτική. Ας μη φοβηθούμε να είμαστε κριτικά υποστηρικτικοί στις προοδευτικές τομές. Το ίδιο νομίζω θα γίνει και με τους Πράσινους στη Γερμανία. Πιστεύω πως ο οικοσοσιαλισμός είναι το μέλλον. Σήμερα η κρίση του καπιταλισμού θα είναι όλο και πιο πολλή κλιματική – περιβαλλοντική. Νομίζω πως και στην Τουρκία έχουμε μεγάλη ρύπανση του περιβάλλοντος και στις ακτές της. Θεωρώ πως η πανδημία της Covid-19 θα είναι η αρχή. Αυτό είναι το νέο διακύβευμα και για να το πολεμήσουμε δεν μπορούμε να πάμε με τα εργαλεία του παλιού κομμουνισμού. Εξάλλου ο σοβιετικός σοσιαλισμός ήταν το ίδιο καταστροφικός με τον καπιταλισμό για το περιβάλλον. Είχαμε και εκεί οικολογικές καταστροφές. Χρειαζόμαστε ορισμένα ισχυρά στοιχεία του σοσιαλισμού, όπως η καθολική υγειονομική περίθαλψη, που αξίζει μαζί με τον συνδυασμό με οικολογικά μέτρα. Πιστεύω σε μια ένωση του σοσιαλισμού και της οικολογίας. Οχι σε έναν πούρο αριστερισμό. Ξέρετε, έχει αλλάξει και η κλασική εργατική τάξη. Δεν ξέρω στην Ελλάδα, αλλά στη Σλοβενία έχουμε ανεργία, χαμηλούς μισθούς. To να έχω δουλειά ή ασφαλιστικά δικαιώματα είναι σχεδόν προνομιακό. Σιγά σιγά ανακαλύπτουμε νέες τάσεις της εκμετάλλευσης. Στις γυναίκες, στους μετανάστες, στην καταστροφή των οικότοπων. Οπως κάνει η Αμερική στον Ισημερινό με δικές της εταιρείες. Νομίζω πως η παραδοσιακή Αριστερά που εστιάζει στην κλασική εργατική τάξη δεν είναι λειτουργική στο σήμερα. Πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις νέες μορφές εκμετάλλευσης. Και πρέπει να δούμε τα οικολογικά προβλήματα ως κομμάτι της συνολικής εκμετάλλευσης. Αν δείτε στην Κίνα, οι άνθρωποι όχι λόγω Covid-19, αλλά λόγω ρύπανσης, φορούν μόνιμα μάσκες πλέον. Αν είσαι αριστερός σήμερα χωρίς να είσαι οικολόγος κάνεις κάποιο λάθος.

Θα επιμείνω λίγο. Εχετε ελπίδα από τον Μπάιντεν;

Οχι μακροπρόθεσμα, είμαι σκεπτικός στο τι κάνει τώρα στην οικονομία, στην καταπολέμηση του ρατσισμού, στην ανάπτυξη της οικολογίας, αλλά αυτό που τώρα κάνει είναι μοναδικό. Μπορεί μόνο στον Τζίμι Κάρτερ να είχαμε δει κάποια τέτοια χαρακτηριστικά, όπως οι οικολογικές πολιτικές. Να τον στηρίξουμε. Εχει καλό επιτελείο. Οπως την υπουργό Οικονομικών Τζάνετ Γέλεν.

Η κρίση της Covid-19, όπως λέει ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, θα αλλάξει τη δημοκρατία ή είναι παροδική σε σχέση με την πολιτική;

Δυστυχώς σε αυτό δεν συμφωνώ με τον κ. Αγκάμπεν. Καταλαβαίνω τι λέει. Το μεγάλο κεφάλαιο προσπαθεί να εξαλείψει την πανδημική κρίση όχι μόνο προς όφελός του αλλά και ιδίως για να αποκατασταθεί και για να επιβάλει μια νέα κυριαρχία. Μα εδώ εγώ βρίσκω το πρόβλημα της ανάλυσης. Δεν περιμέναμε την πανδημία για να δούμε τους νέους ελέγχους. Σε Κίνα, ΗΠΑ και Ισραήλ πριν από δέκα χρόνια και πολύ πριν από την Covid-19, άφησαν όλα τα mails, τις κλήσεις, τα δεδομένα να ελεγχθούν. Λένε τώρα πως μπορούν να ξέρουν πού είσαι – σε εντοπίζουν. Δεν με νοιάζει αν αυτό μπορεί να γίνει. Ο κόσμος εξάλλου θα πρέπει να ξέρει πως όλος αυτός ο έλεγχος έχει γίνει από την Google ή τα κοινωνικά δίκτυα από νωρίς. Η θέση του Αγκάμπεν είναι απ’ τα αριστερά. Μα είναι και ανάλυση – θέση που συχνά συναντάμε στη νέα λαϊκίστικη Δεξιά. Στην Αγγλία, στην Αμερική, ήταν οι υποστηρικτές του Τραμπ που έπαιζαν αυτό το παιχνίδι. Οι κίνδυνοι είναι εδώ, αλλά ήταν από πριν. Ας μας ελέγξουν, λένε συνήθως πολλοί φίλοι μου. Είχαν εξάλλου όλο τον έλεγχο, μα την πανδημία δεν την έλεγξαν. Η Κίνα το έκανε αλλά με έναν τρελό τρόπο ελέγχου της κοινωνίας και προφανώς όχι αποδεκτό στη δική μας φιλελεύθερη Δύση. Κατηγορώ τη Δύση πως δεν ήταν αρκετά αποτελεσματική σε αυτό.

Στην Ευρωπαϊκή Ενωση πιστεύετε; Για πολλούς στην Ελλάδα είστε αντιευρωπαϊστής.

Δυστυχώς για τον τρόμο πολλών φίλων μου, ναι, πιστεύω. Είμαι βέβαια πολύ απογοητευμένος από την ανικανότητά της, όπως στην παραβίαση ελευθεριών σε Πολωνία και Ουγγαρία. Δεν είμαι όμως αντιευρωπαϊστής. Λόγω της κληρονομιάς της. Δικαιώματα της γυναίκας. Δημοκρατία. Είναι μοναδικό αυτό. Αυτή η κληρονομιά, η ιδέα μιας ένωσης κρατών πέραν των εθνικών συνόρων. Η Γερμανία εκμεταλλεύθηκε αυτό το οικοδόμημα. Ας μην ξεχνάμε πάντως πως και η ιδέα του σοσιαλισμού ή της κοινωνικής δικαιοσύνης ήταν ευρωπαϊκές ιδέες. Το ξέρετε εσείς οι Ελληνες.

Μετάβαση στο περιεχόμενο