Ο «Μινώταυρος» πενηντάρισε…

Η εκπομπή κίνησης ιδεών mέta-βάσεις από το Κέντρο Μετακαπιταλιστικού Πολιτισμού / mέta επέστρεψε στο “Ράδιο Μέρα” για την νέα σεζόν την Τετάρτη 08 Σεπτεμβρίου 2021 (ώρα 16:00-17:30). Στο πρώτο μέρος της εκπομπής ο Γιάνης Βαρουφάκης αναλύει στον Κώστα Ράπτη τη σημασία ενός γεγονότος από το οποίο μας χωρίζουν ακριβώς πενήντα χρόνια και έχει σφραγίσει τη μορφή του κόσμου όπως τον ξέρουμε μέχρι τώρα: την έξοδο των ΗΠΑ τον Αύγουστο του 1971 από το σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών των συμφωνιών του Bretton Woods. O «Παγκόσμιος Μινώταυρος» της χρηματοπιστωτικοποίησης, που θέριεψε έκτοτε, βρίσκεται στον πυρήνα των σημερινών δοκιμασιών των κοινωνιών μας, αλλά και της αμερικανικής ισχύος που πλέον μοιάζει να αμφισβητείται.

Στην αναζήτηση μιας ευτοπικής εναλλακτικής στο ζοφερό μετακαπιταλιστικό παρόν, ο ποιητής, πεζογράφος, ψυχαναλυτής και φωτογράφος Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975) προορίζεται να αποτελεί διαρκή πηγή έμπνευσης και αναντικατάστατο σημείο αναφοράς.

Τοποθετημένος στην αιχμή της καλλιτεχνικής όσο και της επιστημονικής πρωτοπορίας του 20ού αιώνα, ως εισηγητής του υπερρεαλισμού και της ψυχανάλυσης στην χώρα μας, οικουμενικός όσο και βαθιά ελληνικός, πολύπλευρος και γενναιόδωρος, ερωτικός και ουτοπικά πολιτικός, ταγμένος στο ριζοσπαστικό χειραφετησιακό όραμα που τον συνάρπασε από την πρώτη νεότητά του, ο Εμπειρίκος έζησε στις παρυφές της αθηναϊκής λογοτεχνικής συμβατικότητας και εξακολουθεί εν πολλοίς και σήμερα να αναμένει την ανακάλυψή του, εν μέσω συγκαταβατικής σιωπής, συκοφάντησής του με το ιδεολόγημα του “αντιδραστικού μοντερνισμού”, συνολικότερης υποχώρησης του πνεύματος του πειραματισμού και ανάδυσης ενός επιθετικού νεοπουριτανισμού.

Για αυτόν τον τελευταίο “ποιητή-ιεροφάντη” της νεοελληνικής γραμματείας μένουν ακόμη να ειπωθούν πολλά: η επικαιρότητα του έργου του υπογραμμίζεται πολλαπλά από την μεταιχμιακή κρισιακή πραγματικότητα των ημερών μας.

Ως έναν πρώτο, ελάχιστο φόρο τιμής στον Ανδρέα Εμπειρίκο, με αφορμή τη συμπλήρωση σήμερα 120 χρόνων από τη γέννησή του, το Κέντρο Μετακαπιταλιστικού Πολιτισμού (mέta) παρουσιάζει δύο συνεντεύξεις που έδωσαν τον Νοέμβριο 2015 στον Κώστα Ράπτη, ερευνητικό συνεργάτη και υπεύθυνο τύπου του mέta, στο πλαίσιο ενός εισέτι ημιτελούς project επικεντρωμένου στις ρωσικές καταβολές του ποιητή και το ταξίδι του στην ΕΣΣΔ το 1962, οι αείμνηστοι Νάνος Βαλαωρίτης και Άλκη Ζέη. Κάμερα-μοντάζ: Νίκος Βεντούρας.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος γεννήθηκε στην Μπραϊλα της Ρουμανίας, στις 2 Σεπτεμβρίου 1901, πρωτότοκος γιος του εφοπλιστή Λεωνίδα Εμπειρίκου από την Άνδρο και της Στεφανίας Κυδωνιέως από τη Σεβαστούπολη της Κριμαίας. Μεγάλωσε στην Σύρο και την Αθήνα και παρακολούθησε μαθήματα οικονομικών, φιλολογίας και φιλοσοφίας στη Λωζάνη και στο Λονδίνο.

Το 1926 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου ήρθε σε επαφή με το κίνημα των υπερρεαλιστών και παράλληλα πραγματοποίησε προσωπική και διδακτική ψυχανάλυση με τον Ρενέ Λαφόργκ. Στην Αθήνα από το 1931, πήρε την απόφαση να αποδεσμευτεί από τις πατρικές επιχειρήσεις και να εργασθεί ως ψυχαναλυτής (και μάλιστα ως ο πρώτος Έλληνας διδάσκων αναλυτής), συνεχίζοντας την κλινική πρακτική μέχρι το 1951, οπότε υποχρεώθηκε να σταματήσει κατόπιν αστυνομικών πιέσεων.

Εισήγαγε τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα με μια τριπλή χειρονομία: την έκδοση της Υψικαμίνου (1935), πρώτης του ποιητικής συλλογής, την ονομαστή διάλεξή του περί υπερρεαλισμού (που ανευρέθη και εκδόθηκε μόλις το 2009) και την διοργάνωση στην οικία του έκθεσης υπερρεαλιστικής τέχνης.

Υπήρξε δραστήριος και ως φωτογράφος, πραγματοποιώντας το 1955 ατομική έκθεση, στην αίθουσα “Ιλισσός”.

Θαυμαστής του Λέοντος Τολστόι από την εφηβεία του, συγκινήθηκε βαθιά από τη Ρωσική Επανάσταση, προσχώρησε στον μαρξισμό, ακολούθησε τους υπερρεαλιστές στην συμπόρευση με τον Τρότσκι, αλλά οδηγήθηκε σε μία περισσότερο ελευθεριακή θεώρηση και διέκοψε, μετά και την τραυματική εμπειρία της ομηρίας του κατά τα Δεκεμβριανά, κάθε σχέση με την Αριστερά, για να την επαναπροσεγγίσει από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, με οδηγό αυτή τη φορά την αγγλοσαξωνική New Left και τα πολιτισμικά κινήματα της εποχής.

Υπήρξε οραματιστής και κήρυκας μιας ολόπλευρης χειραφέτησης του ανθρώπου, όπως την αποτύπωσε στο ερωτογράφημα-ποταμό “Ο Μέγας Ανατολικός” και πιο πυκνά στην ποιητική συλλογή “Οκτάνα”.

Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1975 με το μεγαλύτερο μέρος του λογοτεχνικού του έργου αδημοσίευτο.

Έργα:

Ποιήματα και πεζά

Υψικάμινος (“Κασταλία” 1935, “Γαλαξίας” 1962, “Πλειάς” 1974, “Άγρα” 1980)

Ενδοχώρα (1934-1937) (“Το Τετράδιο” 1945, “Γαλαξίας” 1962, “Πλειάς” 1974, “Άγρα” 1980)

Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (1936-1946) (“Δίφρος” 1960, “Πλειάς” 1974, “Άγρα” 1980)

Οκτάνα (“Ίκαρος” 1980· γράφεται μεταξύ 1958-1965)[69]

Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες (“Άγρα” 1984· συγκροτείται μεταξύ 1965-1971)

Ο Μέγας Ανατολικός (Αποσπάσματα του 52ου κεφαλαίου: Περ. ΠΑΛΙ 1966, πλήρης έκδοση σε οκτώ τόμους: “Άγρα” 1990-1992 και Ανθολόγιον: “Άγρα” 2011· η συγγραφή και επεξεργασία του έργου διήρκεσε από το 1945 μέχρι σχεδόν το τέλος της ζωής του Εμπειρίκου)

Τα χαϊμαλιά του έρωτα και των αρμάτων: Αργώ ή Πλους αεροστάτου (Τμηματικά: Περ. ΠΑΛΙ 1964, πλήρως: “Ύψιλον” 1980), Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης (“Άγρα” 1998), Βεατρίκη ή Ο έρωτας του Buffalo Bill (“Άγρα” 2012 στη συγκεντρωτική έκδοση όλης της τριλογίας, η οποία γράφεται μεταξύ 1944-1945)

Μεταφράσεις

Υπερ[ρ]εαλισμός Α΄ (“Γκοβόστης” 1938 και 1992). Μετάφραση των κειμένων του Μπρετόν από τον Α. Ε.

Τρεις διαλέξεις εισαγωγής εις την ψυχανάλυσιν υπό της Α. Β. Υ. Πριγκιπίσσης Μαρίας του Γεωργίου (“Εκδόσεις Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Ομάδος” 1950)

Pablo Picasso: Τα τρία κοριτσάκια (“Άγρα” 1979)

Δημόσια κείμενα, άρθρα και ομιλίες

Περί Σουρρεαλισμού (1935) (“Άγρα” 2009)

Δια τον σουρρεαλισμόν εις την τέχνην και την ζωήν (Συνέντευξη στον Κ. Μπαστιά, “Καθημερινή” 30.03.1936)

Από τας εκθέσεις: Ορέστης Κανέλλης (“Καθημερινή” 10.11.1936)

Λίγα λόγια για τη Μαρία Βοναπάρτη (Εισαγωγή στο βιβλιο της Η λανθάνουσα νεκροφιλία στο έργο του Έδγαρ Πόε, “Κορυδαλός” 1944)

Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου (“Τετράδιο, τευχ. 3, Δεκ. 1945 και μαζί με την Διάλεξη για τον Νίκο Εγγονόπουλο (1963), “Άγρα” 1999)

Χαιρετισμός στον Απόστολον Μελαχρινόν (Συμμετοχή σε συλλογικό τόμο, “Κύκλος” 1948)

Μία περίπτωσις ιδεοψυχαναγκαστικής νευρώσεως με πρόωρες εκσπερματώσεις (“Revue Fran. de Psychanalyse”, Νο. 3, Ιουλ.-Σεπ. 1950 και “Άγρα” 2001 μαζί με άλλα ανέκδοτα ψυχαναλυτικά κείμενα)

Ορέστης Κανέλλης (“Ζυγός”, τευχ. 48, Νοε. 1959)

Ομιλούν οι ειδικοί: Η Ψυχανάλυσις στη ζωή μας (Συνομιλία με τους Δ. Κουρέτα και Δ. Μυράτ. Μετάδοση: 08.03.1961 και περίληψη στον τόμο Ηθογραφικά ταξίδια στην Ελλάδα. Θέατρο. Ομιλούν οι ειδικοί, ΕΙΡ 1961)

Ομιλούν οι ειδικοί: Τι είναι ο Υπερρεαλισμός (Συνομιλία με τους Ν. Γκάτσο και Α. Καραντώνη. Μετάδοση: 20.09.1961 και περίληψη στον τόμο Ηθογραφικά ταξίδια στην Ελλάδα. Θέατρο. Ομιλούν οι ειδικοί, ΕΙΡ 1961 και το πλήρες κείμενο: “Γράμματα και Τέχνες”, φύλλο 6, Ιουν. 1982)

Θρίαμβος της αισθησιακής ζωγραφικής (ΖΥΓΟΣ, τευχ. 72-75, Νοε. 1961-Φεβ. 1962, στον τόμο: Γιάννης Τσαρούχης, Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου, “Καστανιώτης” 1992 και στο βιβλίο-cd “Ο Γιάννης Τσαρούχης διαβάζει Καβάφη στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου”, “Άγρα” 2004)

Μαρία Βοναπάρτη (“Εποχές”, τευχ. 6, Οκτ. 1963 και πρόλογος στο βιβλίο της Ταύτιση κόρης και πεθαμένης μητέρας, “Άγρα” 1984)

Δισκοθήκη ποιητών. Μια ενδιαφέρουσα πρες κόνφερανς (Άρθρο του Κ. Τσοπολίδη με γνώμη του Εμπειρίκου, “Αυγή” 05.11.1964)

Μάχομαι δια την απελευθέρωσιν του έρωτα (Αθήνα, Μάρτης 1967) (Συνέντευξη στην Α. Σκαρπαλέζου, “Ηριδανός”, τευχ. 4, Φλε.-Μαρ. 1976)

Ο Μεγάλος έλληνας ποιητής. Πώς τον βλέπουν Έλληνες και ξένοι συγγραφείς-ποιηταί (Γνώμη για τον Σεφέρη, “Τα Νέα” 28.02.1970)

Διάλεξη στο Κολλέγιο Αθηνών για την Μοντέρνα ποίηση (1971) (“Νέα Εστία”, τευχ. 1744, Απρ. 2002)

Για τον Ορέστη Κανέλλη (Δίφυλλο πνευματικού κέντρου “Ώρα” 1972)

Για την Νίκη Καραγάτση (Δίφυλλο πνευματικού κέντρου “Ώρα” 1973 και στον τόμο 57 Κείμενα για την Νίκη Καραγάτση, “Άγρα” 2002)

Ποιητικό εργαστήρι: Συζήτηση με διδάσκοντες και φοιτητές (Μαγνητοσκοπημένη εκδήλωση που φυλάγεται στο Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 22.05.1973)

Κατάλοιπα

Ες Ες Ες Ερ Ρωσσία (Ανέκδοτο ποίημα, έκδοση για τα 20 χρόνια από το θάνατο του ποιητή· “Άγρα” 1995)

Ταξίδι στη Ρωσσία: Ημερολόγιο και φωτογραφίες (Δεκέμβριος 1962) (“Άγρα” 2001)

Φωτοφράκτης: Οι φωτογραφίες του Ανδρέα Εμπειρίκου (“Άγρα” 2001)

Ένα ποίημα, ένα γράμμα, μία δήλωση (έκδοση εκτός εμπορίου, “Άγρα” 2001)

Η Άνδρος του Ανδρέα Εμπειρίκου (“Άγρα” 2004)

Γράμματα στον πατέρα, τον αδελφό του Μαράκη και την μητέρα (“Άγρα” 2009)

Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου (1933) (Από την ανέκδοτη συλλογή Προϊστορία ή Καταγωγή, έκδοση εκτός εμπορίου, “Άγρα” 2009)

Ο Σέργιος και Βάκχος του Μ. Καραγάτση (1960) (“Άγρα” και “Εστία” 2013)

1934· Προϊστορία ή Καταγωγή (“Άγρα” 2014· τα πρό της Υψικαμίνου ποιήματα)

Οι Κύκλοι του Ζωδιακού (“Άγρα” 2018· ανέκδοτα κείμενα από τη συλλογή “Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία”)

Δισκογραφία

Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο (“Διόνυσος” 1964)

Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο ΙΙ (“Διόνυσος” 1979)

Ο Γιάννης Τσαρούχης διαβάζει Καβάφη στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου (“Άγρα” 2004)

Συνέντευξη του συνδιευθυντή του mέta Σωτήρη Μητραλέξη στο Artivist

Artivist: Το όνομα «Κέντρο Μετακαπιταλιστικού Πολιτισμού» (χαϊδευτικό mέta), εμπεριέχει ήδη μια πρόκληση: πρόκειται για δήλωση (άρα το τέλος του καπιταλισμού έχει ήδη συντελεστεί), για ευσεβή πόθο (άρα το αναμένουμε να συμβεί) η για στόχο (άρα αγωνιζόμαστε προς αυτή την κατεύθυνση); Όταν σε αυτή την πρόκληση προστίθεται μία δεύτερη, καθώς η πρώτη μεγάλη δημόσια δράση του Κέντρου βαφτίζεται mέta-Μπουλούκι, είναι φανερό πως τα λατρεμένα διδάγματα του σουρρεαλισμού σε σχέση με το σκάνδαλο έχουν μπει σε εφαρμογή. Καταλληλότερο πρόσωπο για να απαντήσει στις απορίες μας και να διευκρινίσει τις προθέσεις, τους στόχους και τις δράσεις αυτού του μπουλουκιού, ο συνδιευθύνων το mέta, Σωτήρης Μητραλέξης.

Ποιος ο λόγος μιας καλλιτεχνικής περιοδείας φέτος το καλοκαίρι, οργανωμένης από έναν φορέα που ονομάζεται ούτε λίγο ούτε πολύ “Κέντρο Μετακαπιταλιστικού Πολιτισμού”; Προσπαθούμε, στο βαθμό που μας αναλογεί, να θεραπεύσουμε με ένα σμπάρο δυο τριγόνια. Από τη μία, η κοινωνία έχει ευλόγως φτάσει στα ακρότατα όριά της μετά από σχεδόν μια διετία εγκλεισμού, και δη ενός εγκλεισμού από τους σκληρότερους της Ευρώπης, ούτως ώστε να γραφτεί η πολιτική αυτοαγιογραφία του πρωθυπουργού. Έχουμε όλοι μας βαρέσει μπιέλες, κοινώς. Πολλά είναι τα πράγματα που χρειάζεται η κοινωνία σε αυτή τη συνθήκη μόνιμης έκτακτης ανάγκης, αυταρχισμού, μονοφωνίας, εγκλεισμού, προσδοκώμενου οικονομικού Αρμαγεδδώνα — ένα από αυτά, όμως, είναι η Γιορτή στη δημοσιά. Και στήνουμε μια γιορτή, με ελεύθερη είσοδο για όλους (προσοχή όμως, μη χορέψετε, διότι παραμονεύουν οι Χαρδαλείς και Φα(ρι)σαίοι με τα πρόστιμά τους…). Δε στήνουμε όμως ένα feel-good πανηγυράκι, αλλά ένα «μπουλούκι» με γωνίες και αγωνίες. Προσπαθούμε, κατά μία έννοια, να επανασυναρμολογήσουμε τον (φυσικό, πραγματικό) Δημόσιο Χώρο από τα συντρίμμια που τον άφησε η πανδημία και η κυβέρνηση. Το «μπουλούκι» μας δεν θα αναμεταδοθεί μέσω ΖΟΟΜ, τ’ ορκιζόμαστε!Από την άλλη, αν υπάρχει ένας χώρος που χτυπήθηκε περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλο κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αυτός είναι ο καλλιτεχνικός χώρος, ο χώρος του πολιτισμού. Οι καλλιτέχνες αναγορεύθηκαν περίπου «περιττοί», η δραστηριότητά τους κάτι σαν «χόμπυ». Μιλάμε για καταστροφή. Οπότε μας δίνει ιδιαίτερη χαρά η δυνατότητα επαγγελματικής συνεργασίας με εκλεκτούς καλλιτέχνες από διαφορετικούς χώρους — της μουσικής, και μάλιστα μιας σύγχρονης ματιάς στην παραδοσιακή μουσική (Κωνσταντής Πιστιόλης), του stand up comedy διότι μόνο ένα γέλιο θα τους θάψει (Ήρα Κατσούδα και Δήμητρα Νικητέα), ακόμη και του θεάτρου σκιών with a twist (Θωμάς Αγραφιώτης). Έτσι για αλλαγή, οι καλλιτέχνες εδώ πληρώνονται. Το αρχικό «προζύμι» των πόρων του mέta είναι η κρατική χρηματοδότηση που προβλέπεται για επιμορφωτικά, πολιτικά και πολιστικά ινστιτούτα των κοινοβουλευτικών κομμάτων (το ΜέΡΑ25 εν προκειμένω), ανάλογα με το εκλογικό τους ποσοστό: ενώ αγνοείται η τύχη των μυθωδών ποσών που διαχειρίζονται άλλοι (στην περίπτωση της ΝΔ μάλιστα είχε προ καιρού αναδυθεί και ένα σχετικό σκάνδαλο που… επανακαταδύθηκε, αφού κριτής και κρινόμενος ήταν το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή η νεοδημοκρατική πλειοψηφία της Βουλής!), για εμάς είχε μια χροιά κατεπείγοντος το να επιστραφούν οι συγκριτικά ελάχιστοι πόροι που διαχειριζόμαστε στην κοινωνία: αφ’ ενός με τη μορφή της στήριξης καλλιτεχνών, αφ’ ετέρου με την προσφορά δωρεάν πρόσβασης στη γιορτή που στήνουμε σε έξι σταθμούς σε όλη την Ελλάδα — γιατί Ελλάδα δεν είναι μόνο η πρωτεύουσα. Μια ανοιχτή γιορτή για όλους, Χαρδαλιά επιτρέποντος. Και εγένετο «μπουλούκι»!


Είναι τα θεάματα που μας έχουν λείψει περισσότερο ή η πολιτικοθεωρητική σαφήνεια για την πρωτόγνωρη φάση στην οποία έχουν μπεί οι κοινωνίες μας; Επίσης, η λέξη “μπουλούκι” ταυτίζεται με λαϊκά θεάματα μιας παλιότερης εποχής. Πόσο αυτό μας αγγίζει πραγματικά σε μια εποχή που κατεξοχήν την χαρακτηρίζει το πρόθεμα “μετα-”; Ρωτάτε εάν «είναι τα θεάματα που μας έχουν λείψει περισσότερο ή η πολιτικοθεωρητική σαφήνεια». Μετά συγχωρήσεως, από πολιτικοθεωρητική αναζήτηση και σαφήνεια στο Κέντρο Μετακαπιταλιστικού Πολιτισμού άλλο τίποτα: στους λίγους μήνες ζωής του mέta, έχουμε επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου θεωρητικών συζητήσεων, τόσο για την επικαιρότητα όσο, κυρίως, επέκεινα αυτής: ένα μικρό δείγμα των συζητήσεών μας θα βρείτε στο YouTube μας. Όμως, βασικός στόχος του mέta είναι η σύζευξη θεωρίας και τέχνης, ανάλυσης και πολιτισμού, ποιήματος και επιχειρήματος, όπως την επιδιώξαμε και στα ψηφιακά μας «εγκαίνια». Για όλα υπάρχει ο κατάλληλος χρόνος και ο συγκεκριμένος καιρός: καιρός για ανάλυση και καιρός για τέχνη, καιρός για πολιτικοθεωρητική σαφήνεια και καιρός για επιστροφή στα βασικά, καιρός για προσεκτική επεξεργασία προτάσεων και καιρός για άνοιγμα στο δημόσιο χώρο, ή για απόπειρα επανακατάληψής του: υπάρχει ο καιρός για προσεκτική διατύπωση πολιτικής πρότασης διεξόδου, και υπάρχει ο καιρός για να θυμηθούμε το τι σημαίνει το να συγκροτούμαστε σε σώμα στο δημόσιο χώρο για να μοιραστούμε μουσική και γέλιο. Τώρα, στο «μπουλούκι», είναι ο καιρός γι’ αυτήν την αυθάδικη δημόσια έκρηξη, που βγάζει τη γλώσσα στο ζόφο και στη φοβέρα. Ρωτάτε επίσης για το πρόθεμα «-μετα» εν γένει. Ο λόγος που βρίσκεται στον τίτλο του Κέντρου Μετακαπιταλιστικού Πολιτισμού είναι η διάγνωση ότι η διάταξη της πραγματικότητας όπως την ξέραμε, εν τέλει ο καπιταλισμός όπως τον ξέραμε «κλασσικά», έχει ήδη αλλάξει τόσο ριζικά που δεν αναγνωρίζεται πλέον: «μόνιμη παγκόσμια κρίση», χρηματοπιστωτικός σουρεαλισμός, αφύσικα ολιγομελείς και απίστευτα βαθύπλουτες ολιγαρχίες, ανάδυση της τεχνητής νοημοσύνης και επιρροή της στην εργασία, προελαύνουσα οικολογική καταστροφή, οικονομίες κρατών σε μια κλωστή και πολίτες στα τάρταρα, συστηματική πλέον μετατροπή των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών σε μετα-τσιφλίκια, είναι εμφανές ότι κάτι έχει τελειώσει, καταρρεύσει, χρεωκοπήσει, ότι κάτι «δεν τραβάει». Ζούμε σε πολιτικά έσχατους καιρούς. Δεν ξέρουμε πώς θα εξελιχθεί, διότι κάθε πιθανή κατεύθυνση είναι εφικτή: από την απόλυτη δυστοπία —και, με τον τρόπο της τεχνοφεουδαρχίας, μάλλον κατά ‘κει κατατείνουμε— μέχρι τη δυνατότητα επανασχεδιασμού των πάντων από νέες βάσεις πάνω στα συντρίμμια. Αντί να κουνήσουμε απλώς ένα σημαιάκι με έναν τίτλο ως προς το τι θέλουμε, για αρχή διατυπώνουμε το τι βλέπουμε: αυτήν τη μεταιχμιακή κατάσταση, αυτό το κατώφλι. Οπότε το ερώτημα είναι τι θα ακολουθήσει μετά από αυτό το «κλείσιμο» μιας ιστορικής περιόδου τουλάχιστον δύο-τριών αιώνων. Και εργαζόμαστε προς την κατεύθυνση της αποφυγής της (περαιτέρω) δυστοπίας.Για να επιστρέψουμε όμως στο «mέta-μπουλούκι» μας. Σωστά λέτε ότι η λέξη «μπουλούκι» ταυτίζεται με λαϊκά θεάματα μιας παλαιότερης εποχής. Διότι στεκόμαστε καχύποπτα απέναντι στην διάκριση «υψηλής» και «λαϊκής» κουλτούρας, με την πρώτη να θεωρείται σημαντική και τη δεύτερη επουσιώδη, ειδικά στην εποχή του «πολιτισμού των Ιδρυμάτων» των φιλανθρώπων και φιλοτέχνων ολιγαρχών. Διορίζουν υφυπουργό πολιτισμού εκείνοι; Βγάζουμε ασυμμάζευτο μπουλούκι εμείς. Αλλά και τουρλουμπούκι: από τον πολιτικά δηκτικό Καραγκιόζη στην stand-up comedy και από εκεί σε μουσικές εμπνευσμένες από την παράδοση της περιοχής μας, το νήμα που συνδέει αυτήν την φαινομενικά ετερόκλητη συμπαράθεση είναι ακριβώς αυτό που κάνει ένα μπουλούκι να είναι μπουλούκι. Και η λέξη ταυτίζεται επίσης με την περιοδεία — δηλαδή, στην περίπτωσή μας, με τη δέσμευση να μην περικλειστεί στην Αθήνα αυτό το εγχείρημα γιουρουσιού σε έναν δημόσιο χώρο που μέχρι πρότινος εξέλιπε. Πάμε (σχεδόν) παντού, μπουλουκηδόν. Βέβαια, τίθεται εύλογα το ερώτημα τι ακριβώς σημαίνει «λαϊκότητα» στην τέχνη στην εποχή μας, και τι είναι απλώς χαρτοκοπτική απομίμησή της. Βέβαια, αυτό θα μπορέσουμε να το εξετάσουμε μετά το πείραμα της περιοδείας μας…

Πώς θα περιγράφατε την πολιτιστική πρόταση που κυριαρχεί, ως ιδεολογία αλλά και πρακτική πολιτιστικής διαχείρισης, επί των ημερών της κυβέρνησης Μητσοτάκη; Και από ποιούς δρόμους περνά η διαμόρφωση της δικής σας αντιπρότασης; Νομίζω ότι η κυρίως πολιτιστική πρόταση της κυβέρνησης, η ένσαρκη και σεσαρκωμένη (κατά δήλωσή της άλλωστε, διότι και εκτός διαγωνισμού, και για λόγους δημοσίου συμφέροντος!) βρίσκεται αυτή τη στιγμή προφυλακισμένη και αναμένει τη δίκη για ποινικά αδικήματα, όχι; Αλλά αν φύγουμε από την περιπτωσιολογία και το μεταμοντέρνο installation art που συνιστά η ίδια η κυρία Μενδώνη, αν απομακρυνθούμε από τσιμεντοδιαδρόμους απογείωσης στην Ακρόπολη και από την αισθητική μαγαζιού σουβενίρ σε νησί, το κεντρικό ζήτημα είναι νομίζω το εξής. Η πολιτιστική πρόταση που κυριαρχεί επί των ημερών της κυβέρνησης Μητσοτάκη συνίσταται, όπως είπαμε παραπάνω, στην «φιλανθρωπία και καλοσύνη των Ιδρυμάτων», στον «πολιτισμό των Ιδρυμάτων», που διορίζουν και τους δικούς τους υπουργούς άμα λάχει. Ταυτόχρονα, όλοι οι άλλοι ας πάνε να πεθάνουν — όπως είπε η κυβέρνηση σε κάθε καλλιτέχνη με ιδιαίτερα σαφή και εύγλωττο τρόπο κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Όταν δεν μας το προσφέρει φιλάνθρωπα κάποιος ολιγάρχης, τότε κάθε έργο τέχνης είναι προϊόν χρήσης ελεύθερου χρόνου για χόμπυ — αντί για να επενδυθεί αυτός ο χρόνος παραγωγικά στο κυνήγι της «επιχειρηματικής καινοτομίας», της «αριστείας» ή όποιας άλλης έννοιας θα διαστρέψει η κυβερνητική επικοινωνιακή πολιτική για να μασκαρέψει μια μάλλον εμφανή απέχθεια προς κάθε τι το ιδιαζόντως ανθρώπινο. Και, εάν θέλει κανείς να «καταναλώσει πολιτιστικά προϊόντα», ας δει reality shows του ΣΚΑΪ. Για να το πούμε συνοπτικά, η πολιτιστική πρόταση που κυριαρχεί είναι η εξής: η τέχνη είναι περιττή και εστία πανδημικών μολύνσεων — εκτός εάν έχει ισχυρό μαικήνα ή απλώς μεταδίδεται σε μια οθόνη υπολογιστή στον ιδιωτικό χώρο, οπότε εντάξει. Μοιάζει η ίδια η ύπαρξη του δημοσίου χώρου, που μεταξύ άλλων είναι ταυτόχρονα ο χώρος και της συνάντησης, και του δήμου, και της τέχνης, και της διεκδίκησης, να αναγνωρίζεται ως απειλή. Μήπως διότι όντως είναι ακριβώς αυτό;Βάζει κανείς με το μυαλό του και άλλα πράγματα ως προς διάφορες λεπτομέρειες, όμως: ας πούμε, το να φοράει κάθε καλλιτέχνις που προμοτάρει το Μαξίμου ρούχα ZEUS+ΔΙΟΝΕ αποτελεί ρήτρα κάποιας σύμβασης, ή λαμβάνει χώρα εθιμικώ δικαίω;Η δική μας αντιπρόταση αρθρώνεται όχι μόνο σε πολιτικές παρεμβάσεις, όπως αυτές διατυπώνονται στον προγραμματικό λόγο του ΜέΡΑ25, αλλά και στην (πανηγυρική) πράξη. Είπαμε, βγάζουμε μπουλούκι. Είσοδος ελεύθερη. Κοπιάστε!

Τι να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον από το Κέντρο Μετακαπιταλιστικού Πολιτισμού; Ουυυυ, όρεξη νά’χετε! Επίκεινται εκδόσεις, μεταφράσεις σημαντικών θεωρητικών κειμένων που πρέπει να κυκλοφορήσουν στα ελληνικά, νέος κύκλος συζητήσεων και σεμιναρίων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων, οσονούπω μια ιδιαίτερα πολισχιδής πολιτική ακαδημία νέων, πρωτότυπες (ελπίζουμε) πολιτικές προτάσεις, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και δραστηριότητα στον χώρο του πολιτισμού. Οι πόροι λίγοι, η όρεξη πολλή. Εν γένει, το ξεδίπλωμα μιας πραγματικά διαφορετικής ματιάς. Αλλά αργά ή γρήγορα δεν θα παραλείψουμε να ξαναστήσουμε γιορτή, με το καλό… Διότι και η φοβέρα, φοβέρα θέλει — δηλαδή, το να γελάμε στα μούτρα της.

Επόμενες στάσεις για το Μπουλούκι του mέta: 15 Ιουλίου: “Φρόντζος”, Ιωάννινα, 19 Ιουλίου: “Ακόντισμα”, Καβάλα, 20 Ιουλίου: Παραλία Αρετσούς, Θεσσαλονίκη, 22 Ιουλίου: Πολυχώρος “Τσαλαπατά”, Βόλος.

Το mέta βγάζει… μπουλούκι!

Σε ένα καλοκαίρι αμηχανίας αλλά και επιτακτικής ανάγκης για εξωστρέφεια, μετά την εμπειρία του πολύμηνου εγκλεισμού, το mέta… παίρνει τους δρόμους. Προσπερνώντας τα οργανωτικά εμπόδια που ορθώνει η πανδημία, μας καλεί να συναντηθούμε ξανά, να αποτινάξουμε την αποθάρρυνση, να μιλήσουμε με τη γλώσσα της τέχνης για το όραμα μιας άλλης κοινωνίας και να στηρίξουμε τους ανθρώπους του πολιτισμού που δοκιμάστηκαν αυτή την περίοδο όσο λίγοι.

Το Κέντρο Μετακαπιταλιστικού Πολιτισμού (mέta), ο νεοσύστατος οργανισμός ακαδημαϊκών και πολιτιστικών δράσεων που συνδέεται με το ΜΕΡΑ25, το DIEM25 και την Προοδευτική Διεθνή, πραγματοποιεί τον Ιούλιο ένα καλλιτεχνικό οδοιπορικό με έξι σταθμούς σε όλη την Ελλάδα.

Επιλέγουμε την ευέλικτη (και με βαθιές ρίζες στη συλλογική μας μνήμη) μορφή του “μπουλουκιού”, βάζοντας στις αποσκευές μας παλαιότερες και νεότερες μορφές τέχνης με πλατιά απήχηση στο κοινό.

Στο πρώτο αυτό άνοιγμα των δράσεών μας σε διαφορετικές ελληνικές πόλεις έχουμε ως συνεργούς:


(Σε όλες τις εκδηλώσεις η πρόσβαση θα είναι ελεύθερη για το κοινό. Θα τηρηθούν τα προβλεπόμενα λόγω πανδημίας μέτρα ασφαλείας).

Σας περιμένουμε!

12 Ιουλίου: ΑΤΤΙΚΗ Ανοικτό θέατρο πάρκου “Αντώνης Τρίτσης”, ώρα έναρξης: 21.00
(συνδιοργάνωση με τον Δήμο Ιλίου)

14 Ιουλίου: ΠΑΤΡΑ Παλαιά Σφαγεία, ώρα έναρξης: 21.00

15 Ιουλίου: ΙΩΑΝΝΙΝΑ Υπαίθριο Θέατρο Φρόντζου, ώρα έναρξης: 21.00

19 Ιουλίου: ΚΑΒΑΛΑ “Ακόντισμα”, ώρα έναρξης: 21.00

20 Ιουλίου: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ Πλαζ Αρετσούς, ώρα έναρξης: 20.00

22 Ιουλίου: ΒΟΛΟΣ Lab art yard (Πολυχώρος Τσαλαπάτα), ώρα έναρξης: 20.30

Είσοδος ελεύθερη για το κοινό. Θα τηρηθούν τα προβλεπόμενα λόγω πανδημίας μέτρα ασφαλείας.

H κράτηση θα γίνεται μέσω της ticketservices:
https://www.ticketservices.gr/event/meta-mpoulouki/?lang=el

Press Kit

Σωτήρης Μητραλέξης & Νίκος Καναρέλης, Docville, 19/6/21

Ξεπουλάμε! ‘We are happy to serve you’. Γαλάζιο-μπλε, «αρχαιοελληνική λατινική γραμματοσειρά» (!), μαίανδροι σειρά πάνω και κάτω, αμφορείς στα πλάγια. Είναι το περίφημο χάρτινο κύπελλο καφέ της Νέας Υόρκης, που έγινε διάσημο από τα diners των ελλήνων μεταναστών, οι οποίοι σωστά διέγνωσαν ότι, τότε και παλιά και στην Αμερική, η μόνη αναγνωρίσιμη ελληνική σχεδιαστική ταυτότητα είναι αυτή του μαγαζιού αρχαιοελληνικών τουριστικών σουβενίρ. Κανένα πρόβλημα με αυτό: υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να «τρέχεις» ταχυφαγείο και στο να «τρέχεις» μια χώρα, όπως άλλωστε γνωρίζει ο Αντώνης Σαμαράς έχοντας περίπου εμπειρία σε περίπου αμφότερα. Ό,τι είναι ευτελές για το δεύτερο δεν είναι κατ’ ανάγκην ευτελές και για το πρώτο.

Το ‘We are happy to serve you’ μπορεί να μεταφραστεί με δύο τρόπους: «είναι χαρά μας να σας σερβίρουμε» (όπως μάλλον εννοεί η κούπα του καφέ) και «είναι χαρά μας να σας υπηρετούμε». Η σχέση κυβέρνησης Μητσοτάκη και μεγάλων εταιρειών ή του εκάστοτε Οίκου Dior δεν είναι σχέση σερβιρίσματος καφέ.

Ο λογότυπος του Οίκου Dior για το σόου στη νοικιασμένη Ακρόπολη («νοικιασμένη Ακρόπολη», πόσο επίπονη φράση) θα μπορούσε να συνιστά ένα «βρείτε τις διαφορές» με το περίφημο κύπελλο. Η διαφορά, βέβαια, είναι ότι ο ευτελής λογότυπος επελέγη από την εταιρεία μόδας, όχι από την ελληνική κυβέρνηση. Και εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα: όταν ξεπουλάς, κουμάντο κάνει ο άλλος.

Όχι ότι οι αισθητικές προτεραιότητες της Υπουργού Πολιτισμού για τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό είναι άλλης υφής από το ξεστοκάρισμα καταστήματος αρχαιοελληνικών σουβενίρ σε νησί: θυμίζουμε ότι, πριν την πτώση του, ο κ. Λιγνάδης (αυτός ο μεγάλος άριστος, αλλά κι αυτός ο μεγάλος άγνωστος: μετά την πτώση του, διαπιστώθηκε ότι… κανείς ποτέ δεν τον γνώριζε προσωπικά) κέρδισε το διαβατήριο για την κορυφαία θέση στο ελληνικό θέατρο φιλώντας δημοσίως ένα καρακίτς ομοίωμα του Παρθενώνα μπροστά στην πολιτική ηγεσία. Το νεοδημοκρατικό κράτος έχει συνέχεια. Και ένας τσιμεντωμένος διάδρομος αεροδρομίου στην Ακρόπολη συνιστά τον καταλληλότερο τρόπο για να απογειωθεί στον κόσμο της διεθνούς μόδας. Αλλά αυτά είναι για κοσμοπολίτες, τι να καταλάβουν οι εκάστοτε μαδουραίοι.

Η Υπουργός Πολιτισμού κα Μενδώνη έχει μιαν αγγελική φύση. Σύμφωνα με τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, ως προς το κακό οι άγγελοι είναι δυσκίνητοι. Ως προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η κα Μενδώνη είναι εντυπωσιακά δυσκίνητη: ενώ άλλοι υπουργοί έχασαν τη θέση τους με ένα απλό νεύμα του Μένιου Φουρθιώτη (απλά πράγματα, καθημερινά), την κα Μενδώνη τίποτα δεν την μετακινεί από τη θέση της. Ούτε το εξαιρετικά σημαντικό (αν και σήμερα ήδη περίπου ξεχασμένο) σκάνδαλο Λιγνάδη, ούτε το τσιμέντωμα-αεροδρόμιο στην Ακρόπολη, ούτε τα διάφορα μικρά και μεγάλα εγκλήματα σε αρχαιότητες και χώρους που ως μόνο θεσμικό προστάτη έχουν το υπουργείο της και παραδίδονται βορά στους πάντες, ούτε ο θάνατος του θεάτρου επί κορωνοϊού με τη συναίνεσή της, ούτε η συνακόλουθη ανοιχτή εχθρότητα των ανθρώπων του πολιτισμού στο πρόσωπό της (πλην της εξαιρετικά γλίσχρας συγκομιδής υπογραφών υποστήριξης από ανθρώπους που… έχει η ίδια διορίσει). Στα μοντέλα του Dior στην Ακρόπολη θα κολλήσουμε, που άλλωστε πληρούν και τα αισθητικά κριτήρια της αυριανής βουλευτού Αφροδίτης Λατινοπούλου; Η δυσκινησία της Υπουργού στον τσιμεντωμένο θώκο της εκπλήσσει τους μη μετέχοντες στην αριστεία. Τι να πεις, ίσως η ίδια να ξέρει κάτι παραπάνω — φράση που επιδέχεται αρκετές διαφορετικές ερμηνείες.

*Ο Σωτήρης Μητραλέξης και ο Νίκος Καναρέλης διευθύνουν το mέta, το Κέντρο Μετακαπιταλιστικού Πολιτισμού (metacpc.org).

Dr Paul Tyson

Μέλος του Συμβουλευτικού Σώματος του mέta &  Ερευνητής στο Ινστιτούτο Προηγμένων Σπουδών στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες του Πανεπιστημίου του Queensland

Ο αυστραλιανός νόμος του 2015 για τη Βιοασφάλεια μόνο απλός δεν είναι: αποτελείται από περίπου 734 σελίδες. Καθώς μεγάλο μέρος της νομοθεσίας αφορά αγροτικά θέματα, το ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για να αποτρέψει την επιστροφή των Αυστραλών από την Ινδία, έναν τόπο με τρομακτική έξαρση της Covid-19, δεν είναι άμεσα εμφανές. Όμως, όποια κι αν είναι η ρεαλιστική νομική ισχύς του νόμου για την Βιοασφάλεια, η έννοια της βιοασφάλειας, υπό το πρίσμα των έκτακτων κυβερνητικών εξουσιών, είναι κάτι που χρήζει προσεκτικής αξιολόγησης.

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε συνηθίσει στην ιδέα ότι οι κυβερνήσεις μας χρειάζονται νόμους ασφαλείας που τους δίνουν ειδικές έκτακτες εξουσίες. Έτσι, η ιδέα της διατήρησης της ασφάλειας κανονικοποιεί τις έκτακτες εξουσίες των κυβερνήσεων έναντι των πολιτών, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής των καθιερωμένων νομικών πολιτικών δικαιωμάτων κατά της ευθείας παραβίασης της προσωπικής τους ζωής από το κράτος, της ελευθερίας της μετακίνησης και των καθημερινών δραστηριοτήτων τους. Επίσης, δικαιολογεί την αν-ασφάλεια και μια βάρβαρη απανθρωπιά απέναντι σε οποιοδήποτε η κυβέρνηση μας θεωρεί απειλεί στην ασφάλειά μας. Σε αυτό το σημείο, θα μπορούσαμε να αναλογιστούμε μια βάρκα με αιτούντες άσυλο, Αυστραλούς που επιθυμούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους από περιοχές του εξωτερικού με έξαρση της Covid-19 και, πιθανόν, Αυστραλούς που οι σύμμαχοί μας δεν συμπαθούν, όπως ο Τζούλιαν Ασάνζ· όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως απειλές στην ασφάλειά «μας». (Αν, όμως… «εμείς» ήμασταν «αυτοί»;)

Στην Αυστραλία φαίνεται ότι χτίζουμε μια έννομη τάξη που αποκτά όλο και περισσότερες προβλέψεις για επείγουσες κι έκτακτες εξουσίες. Η ασφάλειά μας φαίνεται να δικαιολογεί σχεδόν όλες τις υπερβάσεις της νομιμότητας σε τέτοιο βαθμό, που κάνει την ίδια τη νομιμότητα να σπανίζει όλο και περισσότερο. Φαίνεται ότι καθιστούμε το παράδοξο της κυριαρχίας του Καρλ Σμιτ σε κανόνα ακόμη και στο επίπεδο των διατάξεων της νομοθεσίας μας. Έχουμε μια κατηγορία νόμων κανονικότητας και μια κατηγορία νόμων έκτακτης ανάγκης, που μπορούν να καταπατούν τους πρώτους σύμφωνα με την κυριαρχική ευχέρεια της κυβέρνησης. Αν καταντήσουμε να ζούμε διαρκώς σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης —είτε λόγω μιας τρομοκρατικής απειλής, μιας απειλής βιοασφάλειας, μιας κλιματολογικής απειλής, μιας παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής απειλής, μιας απειλής κυβερνοασφάλειας, ή μιας γεωπολιτικής κρίσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, κ.ο.κ.—  τότε, ο κανονικός νόμος λειτουργικά παροπλίζεται. Αυτού του είδους την ασφάλεια θέλουμε εν τέλει;

Ο Agamben εξηγεί ότι όταν η περιφρούρηση της «γυμνής ζωής» καθίσταται η κύρια προτεραιότητα του κράτους, η πολιτική παύει να υφίσταται. Το απλώς ποσοτικό στοιχείο ότι είμαστε ζωντανοί δε μας κάνει και πολιτικά όντα (και οι πατάτες είναι ζωντανές, αλλά δεν είναι πολιτικά όντα)· η επιδίωξη έλλογων, διαλογικών διεργασιών που μας οδηγούν σε ένα ποιοτικό όραμα ευδαιμονίας είναι αυτό που μας καθιστά πολιτικά όντα. Επομένως, η σκέτη ασφάλεια —η προάσπιση απλώς της ζωής ως πρώτη προτεραιότητα της κρατικής εξουσίας— αποτελεί εχθρό της πολιτικής ανθρωπινότητάς μας. Και αυτό επειδή το ότι είμαστε απλά ζωντανοί, από μόνο του, δεν σημαίνει ότι και οι ζωές μας αξίζουν να τις ζούμε. Τα μοναδικά ανθρώπινα νοήματα που δίνουμε στη ζωή μας είναι αυτά που κάνουν τη ζωή μας να αξίζει να τη ζήσουμε. Είναι όλες αυτές οι έννοιες όλων αυτών των πραγμάτων που οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης απαγορεύουν που μας κάνουν τόσο ανθρώπινα αλλά και τόσο πολιτικά όντα. Είναι οι έννοιες των σχέσεων, της θρησκείας, της συζήτησης, της ενατένισης, της τέχνης, της ψυχαγωγίας, της συμπόνοιας, της αγάπης, του να μοιράζεσαι γεύματα —αυτά τα ουσιωδώς ποιοτικά και υπερβατικά, μα επισκιασμένα μυστήρια που καλύπτουν τη γύμνια των βιολογικών μας ζωών— αυτά τα οποία ορίζουν τον ανθρώπινη φύση μας.

Είναι ειρωνικό ότι ενώ —στην εποχή της COVID-19— το να αγοράζει κανείς χαρτί υγείας και να ψωνίζει στα υπερκαταστήματα εξακολουθούν να θεωρούνται απαραίτητα και «ασφαλή», κατ’ αντιδιαστολή το να παρακολουθεί πανεπιστημιακές διαλέξεις, γάμους, κηδείες, το να συμμετέχει στη λειτουργική ζωή μιας κοινότητας, το να συναντά αγαπημένους ανθρώπους, όλα αυτά θεωρούνται προδήλως μη απαραίτητα και ασυνείδητες πράξεις δημοσίου κινδύνου. Εξακολουθούμε φαίνεται να θεωρούμε τα βασικά χρειώδη και τον άνευ νοήματος υπερκαταναλωτισμό ως μη διαπραγματεύσιμα, ενώ αυτά που μας ορίζουν ως ανθρώπους ως κάπως περιφερειακά και δυνητικά περιττά.

Το να παραμείνει κανείς ασφαλής είναι μια αδιανόητα αφαιρετική και απομειωτική θεώρηση μιας ζωής με αξία. Και ίσως το ανεχόμαστε διότι είμαστε όντως απλοί όσον αφορά στην θεώρηση της αξίας. Μήπως αφήνουμε τους νομοθέτες να δημιουργούν ειδικές δυνάμεις που μας σπρώχνουν σε μια κατάσταση συνεχιζόμενης κατάστασης ανάγκης, διότι μας λείπει η κοινή αίσθηση του τι τελικά αποτελεί αξία στην ζωή; Μήπως —δυστυχώς—- έχουμε την κυβέρνηση που μας αξίζει;

Τα παραπάνω δεν πρέπει να θεωρηθούν ως μια απολογητική μιας εντελώς αναποτελεσματικής κυβέρνησης στο θέμα της διαχείρισης της πανδημίας. Εννοείται ότι η διατήρηση της ζωής είναι κάτι το εγγενώς αγαθό. Αλλά ο Agamben μας προτρέπει να σκεφτούμε το τι μπορεί να σημαίνει μια ζωή με αξία. Η απλή επιβίωση δεν μπορεί να είναι αυταξία και αυτοσκοπός. Ο καθένας μας επιβιώνει ούτως ώστε να μπορέσει να ζήσει μια ζωή με αξία. Αν σκεφτόμαστε μόνο το πώς θα διατηρήσουμε την κάλυψη των βασικών μας αναγκών, μπορεί πολύ εύκολα να αγνοήσουμε ή ακόμα και να ξεχάσουμε την ζωτικής σημασίας επένδυση της ανθρωπινότητάς μας, του στοιχείου που μας καθιστά ανθρώπους. Και η ασφάλεια μπορεί να αποδειχθεί δαιμονικά αντιανθρώπινη. Η άσκηση της εξουσίας πάνω στη γυμνή ζωή μπορεί να μην ενδιαφέρεται για την ποιοτική μας ανθρωπινότητα ή να μην έχει συμφέρον από αυτήν, και έτσι η ασφάλεια να γίνει ένα σιδερένιο κλουβί που σπάει και φυλακίζει το ανθρώπινο πνεύμα. Παθητικά ζωντανά σώματα τα οποία ελέγχονται ασφυκτικά από ειδικές εκτελεστικές εξουσίες είναι υπο-πολιτικά όντα, αλλά οι άνθρωποι-πολίτες είναι δραστήριοι, σκέφτονται και μιλάνε, με δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Η ναζιστική Γερμανία του Καρλ Σμιτ μας δείχνει πώς μπορεί να καταλήξει μια διακυβέρνηση καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Ας θυμηθούμε επίσης ότι η χυδαία δικαιολόγηση που έδωσε η εξουσία στους Γερμανούς και στα κατεχόμενα κράτη ως προς την περιθωριοποίηση και εξόντωση Εβραίων, κομμουνιστών, ομοφυλόφιλων, και κάθε πολίτη που προσπαθούσε να ανατρέψει το ναζισμό με οποιοδήποτε τρόπο, ανήκε στην επιχειρηματολογία της «δημόσιας ασφάλειας» εναντίον ενός κινδύνου «επιμόλυνσης». Αν έχουμε λάβει ένα μάθημα από τις φρικαλεότητες της ναζιστικής Γερμανίας, είναι σίγουρα πως ο αραχνοΰφαντος μανδύας της ανθρωπινότητάς μας καθίσταται πιο κρίσιμος από ποτέ άλλοτε όταν το ίδιο το νόημα της ανθρώπινης ζωής απειλείται από την αίσθηση μιας βαθιάς ανασφάλειας.

Όταν υπάρχει επιλογή, πρέπει να προτιμούμε την ανθρωπινότητα και από την ασφάλεια. Συχνά όμως αυτό δεν είναι θέμα επιλογής, αλλά προτεραιοτήτων. Η ανθρωπιά μας προτάσσει να επαναπατρίσουμε άμεσα τους Αυστραλούς από την Ινδία, και παράλληλα να διευθετήσουμε τις υγειονομικές ανησυχίες με τα κατάλληλα μέσα στην Αυστραλία. Η ανθρωπιά μας προϋποθέτει να επιτρέψουμε στους Ινδούς φοιτητές που πενθούν στην Αυστραλία, να πάνε και να θάψουν τους αγαπημένους τους, αφήνοντάς τους να επιστρέψουν στην Αστραλία, διαχειριζόμενοι με τους κατάλληλους πόρους τους υγειονομικούς κινδύνους που θα προκύψουν από αυτή την κίνηση ανθρωπιάς. Δεν θα έπρεπε να διοχετεύσουμε τους πόρους μας για χάρη της ανθρωπιάς; Αλλά το να σηκώσουμε τις γέφυρες αφήνοντας έξω δικούς μας ανθρώπους, χωρίς έλεος για τις ανάγκες των ξένων ανάμεσά μας, αυτό δεν συνάδει με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των Αυστραλών.

Αν διαθέσουμε την ασφάλεια στην υπηρεσία της ανθρωπιάς μας, τότε θα έχουμε και μια ανθρωπιά δαπανηρή αλλά βαθιά και μια πιο ακριβή ασφάλεια. Υπάρχει μια επιλογή που πρέπει να λάβει χώρα εδώ. Χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα στην ασφάλεια και την ανθρωπιά ως πρωταρχικό στόχο της διακυβέρνησης. Έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε μια μικρόψυχη ασφάλεια που συντηρεί μια υπο-πολιτική γυμνή ζωή και σε μια μεγαλόθυμη και αυθεντικά πολιτική ανθρωπιά για μια ζωή με πραγματικό νόημα.

Μετάβαση στο περιεχόμενο